
Με τον τίτλο “pithanotata sas endiaferei” έλαβα πριν δυο τρεις μέρες ένα μήνυμα από τον αγαπητό μου Ερανιστή (με πολλαπλούς, είναι αλήθεια, αποδέκτες, των οποίων δεν ήμουν παρά ο πέμπτος στη σειρά), όπου επεσύναπτε το κείμενο “blogging, the nihilist impulse” του κυρίου Geert Lovink. Λίγο νωρίτερα είχα λάβει ένα άλλο μήνυμα, από τον αξιέραστο Ημίπτερο, επίσης σε greeklish, χωρίς τίτλο, όπου υπήρχε απλώς μία παραπομπή και το σχόλιο “einai wraio 8ema gia na to grapseis…”
Διάβασα προσεκτικά το πολυσέλιδο κείμενο που μου έστειλε ο Ερανιστής και περιηγήθηκα εξονυχιστικά στη σελίδα που μου έστειλε ο Ημίπτερος, όπως και σε άλλες σχετικές, και κατέληξα ότι μάλλον είχαν προσυνεννοηθεί οι δύο αποστολείς, καθώς είναι προφανές πως οι προτάσεις τους αφορούν διαφορετικές πλευρές του ίδιου θέματος, και πως το θέμα αυτό είναι σαφώς το ιστολογείν. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο φαινομενικά άσχετων εκφάνσεων του θέματος βρίσκεται σε μία ιστορία λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας, την οποία παραδίδει ο Κικέρων. Η ιστορία λέει περίπου τα παρακάτω:

Ο Δαμοκλής, ένας από τους κόλακες του Διονυσίου, μιλούσε συνεχώς για τη στρατιωτική υπεροχή του τυράννου, τον πλούτο του, το μεγαλείο της ισχύος του, την αφθονία στην οποία ζούσε, τη χλιδή των βασιλικών ανακτόρων του. Και επέμενε πως κανείς δεν ήταν ποτέ πιο ευτυχισμένος.
«Θα ήθελες, Δαμοκλή,» είπε ο τύραννος, «αφού αυτός ο τρόπος ζωής σε ενθουσιάζει, να τον γευθείς και εσύ ο ίδιος και να δοκιμάσεις κι εσύ πώς είναι να ζεις μέσα σε τόση ευτυχία;»
Και όταν ο Δαμοκλής απάντησε ότι θα το ήθελε πάρα πολύ, ο Διονύσιος διέταξε να τον βάλουν να ξαπλώσει σε ένα χρυσό ανάκλιντρο, πάνω στο οποίο απλώθηκε ένα εξαίσιο υφαντό κάλυμμα κεντημένο με τα πιο θαυμάσια σχέδια. Γύρω στο ανάκλιντρο διέταξε να τοποθετήσουν χρυσά και αργυρά τραπέζια περίτεχνα διακοσμημένα και σκαλισμένα με σχέδια κάλλους απείρου. Και ύστερα διέταξε να φέρουν τους πιο ωραίους, τους πιο θεσπέσιους νέους για σερβιτόρους, να στέκονται πλάι στο Δαμοκλή και να υποτάσσονται σε κάθε νεύμα του και να του προσφέρουν ό,τι επιθυμεί.
Και μόλις όλα ετοιμάστηκαν, ο Διονύσιος διέταξε να φέρουν ένα λαμπερό σπαθί και να το κρεμάσουν από το ταβάνι δεμένο σε μία λεπτή τρίχα αλόγου, ώστε το σπαθί να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του ευτυχούς Δαμοκλή.
Και ο Δαμοκλής δεν ξανακοίταξε τους όμορφους σερβιτόρους, δεν ξανακοίταξε τα περίτεχνα σκεύη, δεν ξανάγγιξε κανένα από τα φαγητά, μόνο παρακαλούσε τον τύραννο να τον αφήσει να φύγει, διότι δεν είχε πια καμιά επιθυμία να γεύεται την ευτυχία του.

Ο ιστολόγος μοιάζει με το Δαμοκλή. Ξεκινά βλέποντας και θαυμάζοντας τους άλλους ιστολόγους, σχολιάζει, συζητεί και κάποτε ανοίγει το δικό του ιστολόγιο. Και τότε ανακαλύπτει πως βρέθηκε ξαφνικά επί ξυρού ακμής, πως καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην απόλαυση της γραφής και το άχθος της δημοσίευσης. Του δόθηκε η αφορμή της γραφής, του δόθηκε ο χώρος της γραφής, αλλά συγχρόνως έπεσε πάνω στο κεφάλι του όλο το βάρος των ανθρώπων που τον διαβάζουν και το ακόμη απεχθέστερο εκείνων που γράφουν, ή που θα ήθελαν να γράφουν, δηλαδή των δημίων που παρακαολουθούν την κάθε λέξη του ενώ τροχίζουν τα ξίφη τους.
Ο ιστολόγος πρέπει να γράψει, διότι αν δεν γράψει θα του στερήσουν την αφορμή της γραφής, αν το ιστολόγιό του μείνει επί μήνες ανενημέρωτο θα διαγραφεί ή θα ξεχαστεί. Σταδιακά πείθεται ότι η γραφή του έχει κάποια σημασία, ότι έχει κάποιο νόημα να δημοσιοποιεί αυτά που νομίζει ότι είναι οι προσωπικές του σκέψεις και απόψεις, ότι έχει κάποιο νόημα η απόκριση των ομοίων του μέσω του σχολιασμού.
Η απόλαυση της γραφής μετατρέπεται έτσι σε άγχος για την επιβίωσή της. Το αντικείμενο χάνεται. Μένουν μόνο οι ενδογαμίες των ιστολόγων, οι public relations που δεν είναι ούτε public ούτε relations, η απουσία της σκέψης, η αντικατάσταση της έκφρασης από τη δείξη, ο τίτλος, η λεζάντα, η παραπομπή, που θα μπορούσε να μην υπάρχει, που δεν έχει καμία σημασία ως τέτοια, που εν τέλει δεν είναι γραφή, είναι απλώς μια θλιβερή υπόμνηση της ύπαρξης του ιστολόγου, μία υπόμνηση που αποσκοπεί κυρίως να πείσει τον ίδιο τον ιστολόγο για την ύπαρξή του, για τη συμμετοχή του σε ένα παιχνίδι δήθεν παρουσίας.
Ο ιστολόγος αντιλαμβάνεται το σπαθί πάνω από το κεφάλι του μόνο όταν είναι πια πολύ αργά, όταν η επίθεση έχει ξεκινήσει και η άμυνα είναι αδιανόητη.





5 Ιανουαρίου 2007 σε 4:01 μμ
Όχι “δείξη” αλλά phatic communion.
Η δείξη έχει μεγάλο συγκινησιακό φορτίο…
5 Ιανουαρίου 2007 σε 4:20 μμ
Δείξη, φίλε μου, δείξη. Για αυτήν μιλώ. Όχι για phatic communion.
5 Ιανουαρίου 2007 σε 5:16 μμ
Το κείμενο του Lovink είχε δημοσιευθεί στο Lettre International (Nr. 73) και είχε συζητηθεί εκείνη την περίοδο στο βλογί του ΑΝεμου – δυστυχώς δεν έχω τον χρόνο να κοιτάξω για το λινκ.
Σταχυολογώ μόνο τρία αποσπάσματα που μου κάναν εντύπωση κι είναι καλή βάση κουβέντας:
Bloggen ist ein nihilistisches Verfahren, weil es die Struktur der Eigentümerschaft der Massenmedien hinterfragt und attackiert
Blogs bringen Verfall. Jeder neue Blog soll seinen Teil zum Untergang des Mediensystems beitragen, das einst das 20. Jahrhundert dominierte
Blogger sind Nihilisten, weil sie “zu nichts gut sind”. Sie veröffentlichen ihre Artikel in ein Nirwana hinein und haben die Vergeblichkeit in eine produktive Kraft verwandelt. Sie sind die Parteigänger des Nichts, die den Tod der zentralisierten Bedeutungsstrukturen feiern und dabei ungerührt die Anschuldigung ignorieren, sie produzierten nur sinnloses Rauschen.
Ολόκλητο το κείμενο θα το προτιμούσα πολύ λιγότερο μεταφορικό και πολύ περισσότερο ακριβές – ιδιαίτερα όταν επιχειρεί να λάβει μια τέτοια “ακραία θέση”.