then out comes the blood, my brothers, real beautiful

[αφιερωμένο, με πολλή αγάπη, όχι τυχαία, στη Μιραντολίνα]

Ο Βουρδάμπαχης ήταν εντελώς μόνος και φοβόταν πολύ. Ήμουν μέσα στο μυαλό του εκείνη την ώρα και το ξέρω καλά. Δεν φοβόταν τη μοναξιά, φοβόταν γενικώς. Με έναν απροσδιόριστο φόβο, χωρίς αντικείμενο, που του έφερνε δάκρυα στα μάτια. Μέσα στο φόβο θα ζω τη ζωή μου από δω και πέρα, σκέφτηκε, παραφράζοντας, για λόγους ακατανόητους, μια ποιήτρια που ποτέ δεν εκτίμησε.

Δεν θέλησε να τηλεφωνήσει σε κανέναν από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να του προσφέρουν την παραμυθία της φιλίας τους. Μάλιστα, όταν του τηλεφώνησε ένας φίλος για να συναντηθούν, υποκρίθηκε ότι ήταν κατάκοπος και αρνήθηκε. Άνοιξε την τηλεόραση, αλλά ήσαν ηλίθια τα προγράμματα, ακόμη και στα δορυφορικά κανάλια. Έψαξε στη στοίβα με τα DVD των εφημερίδων μήπως βρει κάτι που θα μπορούσε, στην δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, να παρακολουθήσει. Την τρίτη φορά που εξέτασε τα DVD αναγκάστηκε να συμβιβαστεί και να επιλέξει μια αμερικάνικη χαζοταινία η οποία τουλάχιστον θα του έδινε άλλοθι για τα δάκρυά του.

Δύο ώρες αργότερα, η ώρα ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Ας κοιμηθώ, σκέφτηκε, γιατί έχω να ξυπνήσω από τις εφτά αύριο και χθες δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Τότε ακούστηκε από την κουζίνα το γνώριμο “crazy he calls me” με τη Billie. Ήταν το τηλέφωνό του, που μάλλον είχε ξεχάσει στην κουζίνα όταν πήγε να πιει νερό. Ο ήχος αυτού του τραγουδιού ακουγόταν μόνο όταν του τηλεφωνούσε ο αγαπημένος του, οπότε σηκώθηκε τρέχοντας από το κρεβάτι και πήγε να απαντήσει. Μίλησαν για πέντε μόνο λεπτά. “Να μη στεναχωριέσαι”, είπαν ο ένας στον άλλο. Ο αγαπημένος του Βουρδάμπαχη βρισκόταν εδώ και λίγες μέρες σε μια άλλη πόλη και παράστεκε έναν ετοιμοθάνατο συγγενή, αλλά δεν ήταν η απουσία του η αιτία του φόβου και της δυσθυμίας.

Η δυνατότητα του ύπνου είχε πια χαθεί. Είχε περάσει η στιγμή εκείνη που τα μάτια κλείνουν χωρίς προσπάθεια και ξέρει κανείς πως αν αφεθεί θα κοιμηθεί αμέσως. Ο Βουρδάμπαχης φόρεσε ένα πουλόβερ, έβαλε ένα ουίσκυ με νερό και πήγε να καθίσει στον καναπέ του σαλονιού, αποφασισμένος να σκεφτεί έντονα έως ότου ανακαλύψει τί φοβάται ώστε να μπορέσει να το αντιμετωπίσει. Αλλά μόλις κάθισε και ήπιε την πρώτη γουλιά από το ποτό του, τον κατέκλυσε ένας πανικός. Ήταν σαφές πως δεν θα τα κατάφερνε να σκεφτεί, δεν μπορούσε να συλλέξει την απαιτούμενη ηρεμία. Έβαλε λοιπόν μουσική (le pardon de Ploërmel) και πήρε ένα τυχαίο βιβλίο να διαβάσει, ή μάλλον να ξεφυλλίσει, από το δεύτερο ράφι της ποίησης.

Αν και διάλεξε με κλειστά μάτια, και άνοιξε το βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα, αναγνώρισε αμέσως τίνος ήσαν οι στίχοι. Δεν θυμόταν το συγκεκριμένο ποίημα, αλλά οι συνηχήσεις, η διάθεση, η διάταξη των στίχων πάνω στη σελίδα επιβεβαίωναν πως επρόκειτο, ασφαλώς, για τη μακαριστή:

Ώστε δεν είχε χάσει, όπως πίστευε, όλα της τα ποιητικά βιβλία! Ώστε υπήρχε ακόμη στη βιβλιοθήκη του τουλάχιστον μία ποιητική συλλογή της.

Και όμως, κάτι δεν ταίριαζε. Κάτι αδιόρατο στο ύφος. Φαινόταν σαν να προσπαθούσε το ποίημα να μοιάσει με ποίημα της μακαριστής. Ο Βουρδάμπαχης έκλεισε αμέσως το βιβλίο για να δει το εξώφυλλο. Τίτλος: Μορφή Χωρίς Σημασία. Συγγραφέας δεν αναφερόταν, ούτε εκδοτικός οίκος, μόνο Αθήνα 2007. Γύρισε στην τελευταία σελίδα, να ελέγξει τον κολοφώνα. Η ποιητική συλλογή “Μορφή χωρίς σημασία” εκδόθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 2007, σε δύο αντίτυπα, σε χαρτί chamois 80 γραμμαρίων. Αυτές ήσαν οι μόνες πληροφορίες που αναφέρονταν. Ούτε εκδότης, ούτε τυπογράφος, ούτε διορθωτής.

“Παράξενο!” αναφώνησε. “Δύο μόνο αντίτυπα και το ένα βρέθηκε εδώ. Πότε πρόλαβε να εκδοθεί; Και κυρίως, πώς βρέθηκε στη βιβλιοθήκη μου, ενώ εγώ δεν έχω αγοράσει κανένα βιβλίο τις τελευταίες δύο εβδομάδες;”

Ακούγοντας το ίδιο του το παραμιλητό, ο Βουρδάμπαχης ένιωσε να επιστρέφει εντονότερος ο γενικευμένος φόβος του. Πέταξε το βιβλίο-φάντασμα στο πάτωμα και ήπιε το υπόλοιπο ουίσκυ του. Άναψε ένα τσιγάρο, έκλεισε τη μουσική (ενώ μόλις ξεκινούσε το ombra leggera) και επέστρεψε στο κρεβάτι του με σκοπό να διώξει κάθε σκέψη από το κεφάλι του (εμού συμπεριλαμβανομένου) και να πιέσει τον εαυτό του να κοιμηθεί αμέσως, να κοιμηθεί οπωσδήποτε. Αλλά, φυσικά, δεν τα κατάφερε. Μία ώρα αργότερα στριφογύριζε ακόμη κάθιδρος. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να σηκωθεί, διότι θυμήθηκε τα λόγια της Νανάς, ότι δεν ωφελεί να στριφογυρίζεις όταν έχεις αϋπνία και ότι το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να σηκωθείς και να ασχοληθείς με κάτι.

Ωραία, λοιπόν, θα σηκωθώ και θα γράψω, σκέφτηκε. Αφού ανεφοδιάστηκε με ένα ακόμη ποτήρι ουίσκυ, κάθισε μπροστά στον υπολογιστή και άρχισε να γράφει.

Δεν ήθελα να γράψω σήμερα γιατί αισθανόμουν άσχημα. Πραγματικά άσχημα, όχι άσχημα όπως λέμε στις κουβεντούλες. Τόσο άσχημα, ώστε δεν είχα λέξεις . Και επίσης πονούσα όλη μέρα. Όλη μέρα πονούσε το στομάχι μου, σαν να αναπτυσσόταν μέσα του, με ρυθμούς ραγδαίους, κάποιο θανατηφόρο σάρκωμα. Και επίσης φοβόμουν. Και φοβάμαι ακόμη. Και γι’ αυτό γράφω. Γιατί θέλω κάπου να πω πόσο φοβάμαι. Και γιατί πάσχω από αϋπνία – η ώρα τέσσερις και δεν έχω καταφέρει ακόμη να κοιμηθώ, αν και τίποτε συγκεκριμένο δεν με απασχολεί.

Μόλις τελείωσε την άτεχνη και συναισθηματολογική αυτή παράγραφο, ο Βουρδάμπαχης συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να γράψει. Και δεν έφταιγε η αϋπνία, ούτε η μέθη, ούτε η πανσέληνος, ούτε ο φόβος του. Δεν μπορούσε να γράψει διότι ήταν ο Βουρδάμπαχης και ο Βουρδάμπαχης δεν γράφει ποτέ, δεν γνωρίζει γραφή, δεν έχει ιδέα για τους πόθους των λέξεων, δεν υπόκειται στο όνομα της γραφής. Ο Βουρδάμπαχης είναι ένας αφανισμένος, πλεγμένος σε επικίνδυνες σκιές, ένα αρχέτυπο της γραφής, δεν είναι άνθρωπος, δεν μπορεί να αισθανθεί, δεν μπορεί να φοβηθεί, δεν μπορεί να υπάρξει.

Και αν η γραφή είναι ο τρόπος για να καθαρθεί κανείς, ο Βουρδάμπαχης δεν είχε ποτέ αυτή τη διέξοδο. Θα έπρεπε να με εξορύξει από το κεφάλι του και να με φορέσει καταπρόσωπα αν ήθελε να γράψει, αν ήθελε όντως να υποδουλωθεί στην πάνσεπτη θεά.

Από αυτήν την αναλαμπή ορμώμενος, ο Βουρδάμπαχης κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Πήρε ένα ξυράφι από το ντουλάπι και άρχισε να κόβει το πρόσωπό του. Ήδη από την τρίτη χαρακιά, ο φόβος τον εγκατέλειψε. Άρχισε να αισθάνεται μία χαρά, μία αγαλλίαση καθώς χαράκωνε όλο και βαθύτερα τα μούτρα του και το αίμα κυλούσε και ήταν βαθυκόκκινο, πηχτό και ωραίο. Αλλά χρειαζόταν να σκουπίζεται συνεχώς με μία υγρή πετσέτα, γιατί η ροή του αίματος κάλυπτε όλο το πρόσωπο και δεν του επέτρεπε να διακρίνει ποιες περιοχές ήσαν ακόμη άκοπες ώστε να τους επιτεθεί. Έκοβε λοιπόν και σκούπιζε, έκοβε και σκούπιζε. Και στα δέκατα του δευτερολέπτου που μεσολαβούσαν ώσπου να ξανακαλυφθεί όλο το πρόσωπό του με αίμα, κατάφερνε να διακρίνει ποια σημεία ήσαν ακόμη σχετικά σώα και σε αυτά φρόντιζε να κατευθύνει το ξυράφι, ελπίζοντας πάντα πως σε λίγο θα πέσει ολόκληρο το πρόσωπο αυτό και θα αναδυθεί το δικό μου και θα μπορέσει έτσι να γράψει.

Όταν το ωραίο πρόσωπο του Γεωργίου Βουρδάμπαχη αποτελούσε πια μια ανάμνηση και το αίμα ήταν πλέον τόσο πολύ ώστε η βρεγμένη πετσέτα δεν μπορούσε να βοηθήσει καθόλου, αναδύθηκα από τα βάθη του μυαλού του και του έκανα τη χάρη να γράψω στο ιστολόγιο αυτό για το τμήμα της περιπέτειάς του περί του οποίου είχα προσωπική εσωτερική γνώση. Δεν ξέρω, βέβαια, εάν και εκείνος, αιμορραγών, εισήλθε στο δικό μου μυαλό στη συνέχεια, και ούτε θα το μάθει ποτέ κανείς διότι ο Βουρδάμπαχης δεν γράφει – είναι καταδικασμένος, επομένως, να ζει και να πεθαίνει στη σιωπή.

Μόνο κάποιοι φίλοι του, ενδεχομένως πρόσωπα της γραφής και αυτοί, αποπειρώνται κατά καιρούς να γράψουν. Αλλά γνωρίζουν πως μόνο μέσω εμού μπορεί η γραφή τους να υπάρξει. Γι αυτό μου την απευθύνουν, όπως η Πανωραία Καλλινούς, από την οποία έλαβα, τη στιγμή ακριβώς που ετοιμαζόμουν να πατήσω το publish για το παρόν ιστολόγημα, ένα μήνυμα μακροσκελές και μάλλον απειλητικό, το οποίο είμαι υποχρεωμένος να παραθέσω, κυρίως λόγω του ειδικού βάρους της Καλλινούς στη ζωή του Βουρδάμπαχη. Εν είδει μνημοσύνου.

Le Nonce,

Μὴν εἶσθε τόσο σίγουρος ὅτι ἐσεῖς κατοικήσατε τὸ νοῦ τοῦ ἀγαπητοῦ Βουρδάμπαχη καὶ ὄχι ἐκεῖνος τὸν δικό σας. ἀλήθεια εἶναι, ὡς συνήθως, πιὸ περίπλοκη ἀπὸ τὶς χονδροειδεῖς ἐπιθυμίες σας.

Ἐνδεχομένως ἔχετε δίκηο ὅτι Βουρδάμπαχης εἶναι ἀπλῶς τὸ πρόσωπο ἐνῶ ἐσεῖς εἶσθε τὸ ὑποκείμενο τῆς γραφῆς. Δὲν πρέπει, ὅμως, νὰ σᾶς διαφεύγει ὅτι Βουρδάμπαχης, κα ἂν ἀκόμη ὑπῆρξε, ἱστολογικῶς δὲν εἶναι παρὰ ἕνας τρόφιμος τοῦ ἐγκεφάλου σας: ἐκεῖ ἐνδιατρίβει καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀναδύεται τὸ μετείκασμά του.

Ἀναρωτηθήκατε, ἑπομένως, πῶς θὰ μπορούσατε νὰ ἔχετε εἰσέλθει στὸ νοῦ ἑνὸς πλάσματος ἤδη περιωρισμένου ἐντὸς του δικοῦ σας νοῦ; Ὑποθέτω πὼς ὄχι, καθὼς εἶναι γνωστὴ ἡ διανοητική σας ἀδράνεια καὶ ἡ λογικὴ ἀσυνέπεια τῆς γραφῆς σας.

Ἀρκοῦμαι ἐδῶ στὴν ἐπισήμανση ὅτι τὸ ἄλλο ἀντίτυπο τῆς Μορφῆς Χωρὶς Σημασία βρίσκεται ἐδῶ καὶ τρεῖς μέρες στὸ κομοδίνο σας. Εἶμαι βέβαιη πὼς θὰ καταλήξετε στὰ ὀρθὰ συμπεράσματα.

Πανωραία Καλλινοῦς

Θα με ανησυχούσε, ίσως, το μήνυμα της Πανωραίας εάν δεν ήξερα ότι και αυτή επίσης, όπως και όλα τα άλλα πρόσωπα που έχουν εμφανισθεί εδώ κατά καιρούς, ενδιατρίβει στις σκοτεινές πτυχώσεις του εγκεφάλου μου. Ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν έζησε. Η Πανωραία είναι και αυτή ένα πρόσωπο που γράφεται, όχι ένα πρόσωπο που γράφει. Και όλα τα γεγονότα και όλα τα αντικείμενα που συνοδεύουν τα πρόσωπα που γράφονται είναι είδωλα ειδώλων, κομμάτια ενός σκηνικού, με λίγα λόγια παραισθησίες, επομένως δεν υπήρχε κανένας λόγος να ψάξω: η ποιητική συλλογή Μορφή Χωρίς Σημασία δεν εκδόθηκε ποτέ και στο κομοδίνο μου αυτόν τον καιρό ξέρω πως έχω μόνο το How to do things with words.

Εξάλλου, όλοι ξέρουν πως η Πανωραία ή Γνωσιολογία Καλλινούς είναι, κατά βάθος, μία ακόμη έκφανση της Γερτρούδης, δηλαδή της ίδιας της μακαριστής. Έτσι εξηγείται η επιμονή της. Έτσι εξηγείται η αδυναμία της. Έχει και αυτή χαθεί μέσα σε έναν κυκεώνα προσώπων και προσωπείων, γραφουσών και γραφομένων, νεκρών και εμβρύων. Η ακατανίκητη επιθυμία της να συμπαρασύρει εμένα, τον Stéphane και τον δυστυχή Βουρδάμπαχη αποδεικνύει ότι στόχος της είναι σαφώς η υποδούλωση της πραγματικότητας στη γραφή.

Ο καημένος ο Βουρδάμπαχης θα έχει τουλάχιστον στο κομοδίνο του στο νοσοκομείο ολίγα ωραία ποιήματα να διαβάσει.

Κάτι είναι κι αυτό.

 

 

 

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 3 σχόλια »

3 σχόλια προς “then out comes the blood, my brothers, real beautiful”

  1. mirandolina Says:

    Ευχαριστώ. Από την καρδιά μου.

    Καλή χρονιά, να είμαστε καλά κι αγαπημένοι.

  2. the_return Says:

    Πραγματικά έξοχο κείμενο!

  3. raresteak Says:

    το εργόχειρο γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον…


Υποβολή απάντησης