ἐπὶ ἀνθρώπου ἔργον ἐγείρομαι

Το διάστημα μεταξύ του πρωινού ξυπνήματος και της έγερσης ποικίλλει ανάλογα με το τί ακολουθεί.

Εάν πρόκειται για τη ρουτίνα της καθημερινής εργασίας, το διάστημα επιμηκύνεται, μερικές φορές μάλιστα επιμηκύνεται υπερβολικά, καθώς κανείς ξανακοιμάται, ξαναξυπνά μετά μία ώρα, αναρωτιέται αν θα πρέπει να σηκωθεί ή, εφόσον άργησε ήδη πολύ και λίγη ακόμη καθυστέρηση δεν βλάπτει, αν θα ξανακοιμηθεί για άλλη μια ώρα, ή δύο, μήπως τελικά θα πρέπει να τηλεφωνήσει στη δουλειά και να πει πως δεν θα πάει, πως κάτι πάλι του έτυχε, πως η ασθενής υγεία του τον πρόδωσε πάλι.

Εάν όμως έχει κανείς κάτι σημαντικό να κάνει, ξυπνάει πριν το ξυπνητήρι, σηκώνεται σχεδόν αμέσως, πίνει τον πρωινό καφέ σε πέντε δέκα λεπτά μοναξιάς, περίσκεψης και σχεδιασμού, και ξεκινά ευθύς τη σημαντική του εργασία. Η εργασία αυτή μπορεί να είναι η προετοιμασία ενός ταξιδιού, η γραφή, η προετοιμασία ενός τέλους, το ζωγράφισμα ενός πίνακα, η αναζήτηση του έρωτα, η σύνθεση μιας μουσικής, η προετοιμασία ενός δείπνου, η γραφή, κυρίως η γραφή. Όχι όμως η γραφή που κάπου απευθύνεται – αυτή εμπίπτει σε άλλη κατηγορία, της αναζήτησης του έρωτα ίσως. Μιλώ για τη γραφή που ξεκινά από τον εαυτό σου και καταλήγει σε αυτόν, τη γραφή που ανιχνεύει εσωτερικούς δρόμους, με την ελπίδα βέβαια πάντα ότι θα ανακαλυφθεί από άλλους ιχνηλάτες (η ελπίδα αυτή είναι εγγενές χαρακτηριστικό της γραφής), αλλά και με την καλλιεργημένη ψευδαίσθηση της ομφαλοσκοπικής διαφάνειας.

Η Plath, εγκλωβισμένη στον εφιάλτη της μητέρας και της απατημένης συζύγου, ξυπνούσε τα χαράματα και έγραφε την ποίησή της, πριν ξυπνήσουν οι χοντροί γυμνοσάλιαγκες και ζητήσουν φαΐ και παιχνίδι, πριν ξυπνήσει ο άχρηστος σύζυγος και βγει έξω “για καφέ”. Τα ποιήματα αυτά, που διακόπτονταν μόλις άρχιζε η ρουτίνα της ζωής της, είναι τα ποιήματα που διαβάζουμε σήμερα. Αντίθετα, η φρίκη της ζωής της είναι η αιτία που η Plath κατάντησε ταινία στο Hollywood.

Αλλά κάθε πρωί, ετοιμοθάνατη, κουρασμένη από την έλλειψη ύπνου, τα παιδιά και το σύζυγο, σηκωνόταν και ανυπόμονη ξανάπιανε το ποίημα που είχε αφήσει την προτεραία, ετοίμαζε το opus magnum που θα δημιουργούσε το μεταθανάτιο πρόσωπό της. Και όταν αυτοκτόνησε, δεν άφησε πίσω της ορφανά ποιήματα, δεν άφησε ημιτελή, άφησε ένα έργο μεγάλο, που συνετέθη, θα έλεγε κανείς, στο περιθώριο της ζωής της, έξι με εφτάμιση το πρωί, ενώ στην πραγματικότητα το περιθώριο αυτό ήταν η μόνη ζωή που η ίδια θεωρούσε άξια πλέον να ζήσει. Μόλις το έργο ολοκληρώθηκε, η Plath κλείστηκε στην κουζίνα, στο τραπέζι της οποίας έγραφε, έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο και άνοιξε το γκάζι.

Λίγους μήνες πριν πραγματοποιήσει το θάνατό της, η Plath φρόντισε να απαλλαγεί από όλα τα επικοινωνιακά γραπτά της. Έκαψε τα γράμματα της μητέρας της, το μοναδικό χειρόγραφο του δεύτερου αυτοβιογραφικού μυθιστορήματός της, ανεπίδοτες επιστολές στον Ted, ημερολογιακές καταγραφές. Όλα όσα θα μπορούσε κανείς να μελετήσει για να ανακαλύψει τους τρόπους της ζωής της τα έριξε σε μια μεγάλη φωτιά στον κήπο και παρακολούθησε επί ώρα πολλή τις φλόγες να τα καταπίνουν.

Τα ποιήματα του Ariel φαίνεται πως τα έγραψε τις τελευταίες εβδομάδες, με την απόφαση του θανάτου ειλημμένη. Αξημέρωτα. Τα καθαρόγραψε, τα ταξινόμησε και πέθανε. Η επίφαση της ζωής, η κωμωδία της επικοινωνίας είχε πάψει να την ενδιαφέρει. Αλλά η ποίησή της, αυτή έπρεπε να γραφτεί και να μείνει πίσω της. Μια γραφή εξ ορισμού μη επικοινωνιακή.

Είκοσι πέντε χρόνια τώρα ζω με την ποίηση της Plath. Και έχω μόνιμα στο νου μου την εικόνα της: νωρίς το πρωί, πριν αρχίσει η μέρα για αυτούς που τη βασάνιζαν, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, άυπνη, να γράφει. Δύο ώρες μεγάλης έντασης. Ύστερα, η οικογενειακή θλίψη.

Ξυπνώ λοιπόν το πρωί με το φάσμα της Plath μπροστά στα μάτια μου. Την βλέπω εκεί, σκυμμένη πάνω στα χαρτιά της, στην κουζίνα μου ενώ φτιάχνω τον πρωινό καφέ. Ύστερα πηγαίνω και κάθομαι στο γραφείο μου, τα πρώτα πέντε λεπτά χωρίς να κάνω τίποτα, μόνο με τσιγάρο και καφέ. Ύστερα ανοίγω τον υπολογιστή να γράψω. Όχι ιστολογήματα, αυτά γράφονται άλλες ώρες, με άλλες συνθήκες. Ούτε ποιήματα, εδώ και πολύν καιρό δεν μπορώ να αντέξω τη ένταση της ποιητικής δημιουργίας. Ούτε, βέβαια, ημερολόγια, δεν είμαι πια έφηβος.

Η γραφή με έχει πάει σε έναν άλλο τόπο, εσωτερικό, κατοικημένο οπωσδήποτε από όλα μου τα αγαπημένα φαντάσματα, με τέτοιον τρόπο, όμως, ώστε να είναι αόρατα, με τέτοιον τρόπο ώστε και εγώ σπανίως να μπορώ να τα διακρίνω. Πρόκειται για έναν χώρο που απλώνεται όλο και περισσότερο, καίτοι μερικές μέρες συμπτύσσεται επικίνδυνα και άλλες καίγεται αυτοκαταστρεφόμενος. Έχει το ρυθμό του εφιάλτη της Plath και μοιάζει πότε με σχέδιο του Escher, πότε με τραγούδι της Laurie.

Some people know exactly where they’re going … I’m just looking for just a single moment so I can slip through time.

Ο αναγνώστης είναι και θα μείνει σκοτεινός, μάλλον ανύπαρκτος, αν και ποθητός, γιατί η ολοκλήρωση του έργου απαιτεί το θάνατο του συγγραφέα.

Κατά πάσα πιθανότητα, έτσι κάπως εξηγείται και το ιστολόγιο. Αποστολή του είναι να επινοεί υπαρκτούς αναγνώστες. Να αναπτύσσει μία γραφή ζωής, αντίβαρο στον θάνατο που επιτάσσει η αληθινή γραφή. Να κλέβει χρόνο από την αληθινή γραφή για να αναβάλλει διαρκώς το τέλος. Και να δοκιμάζει, μέρα με τη μέρα, τρόπους θανάτου.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 3 σχόλια »

3 σχόλια προς “ἐπὶ ἀνθρώπου ἔργον ἐγείρομαι”

  1. tifoeus Says:

    Έτσι το αισθάνομαι και γω, κάθε μέρα και μια καινούργια αναβολή, κάθε μέρα και μια καινούργια προσμονή, καλή χρονιά George.

  2. Τάκης Says:

    Μοιραζόμαστε το ίδιο δηλητήριο καλέ μου George. Μου είναι πια αδύνατον να βγάλω την ζωή της έξω από την δική μου… “This Is Number Three”… Καλή χρονιά και από εμένα.

  3. Jangel Says:

    καταπληκτικό κείμενο.Καλή χρόνια με τις καλύτερες ευχές.


Υποβολή απάντησης