εἶδα τὸ ἄγνωστό σου πρόσωπο καὶ μὲ εἶδες

Τὰ μοῦτρα τοῦ George Le Nonce δεν βρίσκονται πια εδώ. Το παρόν ιστολόγιο δεν ανανεώνεται πλέον από την 6η Ιανουαρίου 2007, γι᾽αυτό και μετονομάσθηκε και έγινε τὰ τέως μοῦτρα τοῦ George Le Nonce.

Τα φληναφήματα του George Le Nonce μπορείτε πλέον να τα βρείτε στο νέο του ιστολόγιο:

Αναρτήθηκε στις ιστολογικά. Leave a Comment »

di voluttà ne’ vortici perir

Αναρτήθηκε στις άμβροτος. Leave a Comment »

νήπιοι οὐκ ἐνόησαν, ὡς δή σφιν καὶ πᾶσιν ὀλέθρου πείρατ’ ἐφῆπτο

Με τον τίτλο “pithanotata sas endiaferei” έλαβα πριν δυο τρεις μέρες ένα μήνυμα από τον αγαπητό μου Ερανιστή (με πολλαπλούς, είναι αλήθεια, αποδέκτες, των οποίων δεν ήμουν παρά ο πέμπτος στη σειρά), όπου επεσύναπτε το κείμενο “blogging, the nihilist impulse” του κυρίου Geert Lovink. Λίγο νωρίτερα είχα λάβει ένα άλλο μήνυμα, από τον αξιέραστο Ημίπτερο, επίσης σε greeklish, χωρίς τίτλο, όπου υπήρχε απλώς μία παραπομπή και το σχόλιο “einai wraio 8ema gia na to grapseis…”

Διάβασα προσεκτικά το πολυσέλιδο κείμενο που μου έστειλε ο Ερανιστής και περιηγήθηκα εξονυχιστικά στη σελίδα που μου έστειλε ο Ημίπτερος, όπως και σε άλλες σχετικές, και κατέληξα ότι μάλλον είχαν προσυνεννοηθεί οι δύο αποστολείς, καθώς είναι προφανές πως οι προτάσεις τους αφορούν διαφορετικές πλευρές του ίδιου θέματος, και πως το θέμα αυτό είναι σαφώς το ιστολογείν. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο φαινομενικά άσχετων εκφάνσεων του θέματος βρίσκεται σε μία ιστορία λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας, την οποία παραδίδει ο Κικέρων. Η ιστορία λέει περίπου τα παρακάτω:

Ο Δαμοκλής, ένας από τους κόλακες του Διονυσίου, μιλούσε συνεχώς για τη στρατιωτική υπεροχή του τυράννου, τον πλούτο του, το μεγαλείο της ισχύος του, την αφθονία στην οποία ζούσε, τη χλιδή των βασιλικών ανακτόρων του. Και επέμενε πως κανείς δεν ήταν ποτέ πιο ευτυχισμένος.

«Θα ήθελες, Δαμοκλή,» είπε ο τύραννος, «αφού αυτός ο τρόπος ζωής σε ενθουσιάζει, να τον γευθείς και εσύ ο ίδιος και να δοκιμάσεις κι εσύ πώς είναι να ζεις μέσα σε τόση ευτυχία;»

Και όταν ο Δαμοκλής απάντησε ότι θα το ήθελε πάρα πολύ, ο Διονύσιος διέταξε να τον βάλουν να ξαπλώσει σε ένα χρυσό ανάκλιντρο, πάνω στο οποίο απλώθηκε ένα εξαίσιο υφαντό κάλυμμα κεντημένο με τα πιο θαυμάσια σχέδια. Γύρω στο ανάκλιντρο διέταξε να τοποθετήσουν χρυσά και αργυρά τραπέζια περίτεχνα διακοσμημένα και σκαλισμένα με σχέδια κάλλους απείρου. Και ύστερα διέταξε να φέρουν τους πιο ωραίους, τους πιο θεσπέσιους νέους για σερβιτόρους, να στέκονται πλάι στο Δαμοκλή και να υποτάσσονται σε κάθε νεύμα του και να του προσφέρουν ό,τι επιθυμεί.

Και μόλις όλα ετοιμάστηκαν, ο Διονύσιος διέταξε να φέρουν ένα λαμπερό σπαθί και να το κρεμάσουν από το ταβάνι δεμένο σε μία λεπτή τρίχα αλόγου, ώστε το σπαθί να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του ευτυχούς Δαμοκλή.

Και ο Δαμοκλής δεν ξανακοίταξε τους όμορφους σερβιτόρους, δεν ξανακοίταξε τα περίτεχνα σκεύη, δεν ξανάγγιξε κανένα από τα φαγητά, μόνο παρακαλούσε τον τύραννο να τον αφήσει να φύγει, διότι δεν είχε πια καμιά επιθυμία να γεύεται την ευτυχία του.

Ο ιστολόγος μοιάζει με το Δαμοκλή. Ξεκινά βλέποντας και θαυμάζοντας τους άλλους ιστολόγους, σχολιάζει, συζητεί και κάποτε ανοίγει το δικό του ιστολόγιο. Και τότε ανακαλύπτει πως βρέθηκε ξαφνικά επί ξυρού ακμής, πως καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην απόλαυση της γραφής και το άχθος της δημοσίευσης. Του δόθηκε η αφορμή της γραφής, του δόθηκε ο χώρος της γραφής, αλλά συγχρόνως έπεσε πάνω στο κεφάλι του όλο το βάρος των ανθρώπων που τον διαβάζουν και το ακόμη απεχθέστερο εκείνων που γράφουν, ή που θα ήθελαν να γράφουν, δηλαδή των δημίων που παρακαολουθούν την κάθε λέξη του ενώ τροχίζουν τα ξίφη τους.

Ο ιστολόγος πρέπει να γράψει, διότι αν δεν γράψει θα του στερήσουν την αφορμή της γραφής, αν το ιστολόγιό του μείνει επί μήνες ανενημέρωτο θα διαγραφεί ή θα ξεχαστεί. Σταδιακά πείθεται ότι η γραφή του έχει κάποια σημασία, ότι έχει κάποιο νόημα να δημοσιοποιεί αυτά που νομίζει ότι είναι οι προσωπικές του σκέψεις και απόψεις, ότι έχει κάποιο νόημα η απόκριση των ομοίων του μέσω του σχολιασμού.

Η απόλαυση της γραφής μετατρέπεται έτσι σε άγχος για την επιβίωσή της. Το αντικείμενο χάνεται. Μένουν μόνο οι ενδογαμίες των ιστολόγων, οι public relations που δεν είναι ούτε public ούτε relations, η απουσία της σκέψης, η αντικατάσταση της έκφρασης από τη δείξη, ο τίτλος, η λεζάντα, η παραπομπή, που θα μπορούσε να μην υπάρχει, που δεν έχει καμία σημασία ως τέτοια, που εν τέλει δεν είναι γραφή, είναι απλώς μια θλιβερή υπόμνηση της ύπαρξης του ιστολόγου, μία υπόμνηση που αποσκοπεί κυρίως να πείσει τον ίδιο τον ιστολόγο για την ύπαρξή του, για τη συμμετοχή του σε ένα παιχνίδι δήθεν παρουσίας.

Ο ιστολόγος αντιλαμβάνεται το σπαθί πάνω από το κεφάλι του μόνο όταν είναι πια πολύ αργά, όταν η επίθεση έχει ξεκινήσει και η άμυνα είναι αδιανόητη.

Αναρτήθηκε στις ιστολογικά. 3 σχόλια »

then out comes the blood, my brothers, real beautiful

[αφιερωμένο, με πολλή αγάπη, όχι τυχαία, στη Μιραντολίνα]

Ο Βουρδάμπαχης ήταν εντελώς μόνος και φοβόταν πολύ. Ήμουν μέσα στο μυαλό του εκείνη την ώρα και το ξέρω καλά. Δεν φοβόταν τη μοναξιά, φοβόταν γενικώς. Με έναν απροσδιόριστο φόβο, χωρίς αντικείμενο, που του έφερνε δάκρυα στα μάτια. Μέσα στο φόβο θα ζω τη ζωή μου από δω και πέρα, σκέφτηκε, παραφράζοντας, για λόγους ακατανόητους, μια ποιήτρια που ποτέ δεν εκτίμησε.

Δεν θέλησε να τηλεφωνήσει σε κανέναν από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να του προσφέρουν την παραμυθία της φιλίας τους. Μάλιστα, όταν του τηλεφώνησε ένας φίλος για να συναντηθούν, υποκρίθηκε ότι ήταν κατάκοπος και αρνήθηκε. Άνοιξε την τηλεόραση, αλλά ήσαν ηλίθια τα προγράμματα, ακόμη και στα δορυφορικά κανάλια. Έψαξε στη στοίβα με τα DVD των εφημερίδων μήπως βρει κάτι που θα μπορούσε, στην δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, να παρακολουθήσει. Την τρίτη φορά που εξέτασε τα DVD αναγκάστηκε να συμβιβαστεί και να επιλέξει μια αμερικάνικη χαζοταινία η οποία τουλάχιστον θα του έδινε άλλοθι για τα δάκρυά του.

Δύο ώρες αργότερα, η ώρα ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Ας κοιμηθώ, σκέφτηκε, γιατί έχω να ξυπνήσω από τις εφτά αύριο και χθες δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Τότε ακούστηκε από την κουζίνα το γνώριμο “crazy he calls me” με τη Billie. Ήταν το τηλέφωνό του, που μάλλον είχε ξεχάσει στην κουζίνα όταν πήγε να πιει νερό. Ο ήχος αυτού του τραγουδιού ακουγόταν μόνο όταν του τηλεφωνούσε ο αγαπημένος του, οπότε σηκώθηκε τρέχοντας από το κρεβάτι και πήγε να απαντήσει. Μίλησαν για πέντε μόνο λεπτά. “Να μη στεναχωριέσαι”, είπαν ο ένας στον άλλο. Ο αγαπημένος του Βουρδάμπαχη βρισκόταν εδώ και λίγες μέρες σε μια άλλη πόλη και παράστεκε έναν ετοιμοθάνατο συγγενή, αλλά δεν ήταν η απουσία του η αιτία του φόβου και της δυσθυμίας.

Η δυνατότητα του ύπνου είχε πια χαθεί. Είχε περάσει η στιγμή εκείνη που τα μάτια κλείνουν χωρίς προσπάθεια και ξέρει κανείς πως αν αφεθεί θα κοιμηθεί αμέσως. Ο Βουρδάμπαχης φόρεσε ένα πουλόβερ, έβαλε ένα ουίσκυ με νερό και πήγε να καθίσει στον καναπέ του σαλονιού, αποφασισμένος να σκεφτεί έντονα έως ότου ανακαλύψει τί φοβάται ώστε να μπορέσει να το αντιμετωπίσει. Αλλά μόλις κάθισε και ήπιε την πρώτη γουλιά από το ποτό του, τον κατέκλυσε ένας πανικός. Ήταν σαφές πως δεν θα τα κατάφερνε να σκεφτεί, δεν μπορούσε να συλλέξει την απαιτούμενη ηρεμία. Έβαλε λοιπόν μουσική (le pardon de Ploërmel) και πήρε ένα τυχαίο βιβλίο να διαβάσει, ή μάλλον να ξεφυλλίσει, από το δεύτερο ράφι της ποίησης.

Αν και διάλεξε με κλειστά μάτια, και άνοιξε το βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα, αναγνώρισε αμέσως τίνος ήσαν οι στίχοι. Δεν θυμόταν το συγκεκριμένο ποίημα, αλλά οι συνηχήσεις, η διάθεση, η διάταξη των στίχων πάνω στη σελίδα επιβεβαίωναν πως επρόκειτο, ασφαλώς, για τη μακαριστή:

Ώστε δεν είχε χάσει, όπως πίστευε, όλα της τα ποιητικά βιβλία! Ώστε υπήρχε ακόμη στη βιβλιοθήκη του τουλάχιστον μία ποιητική συλλογή της.

Και όμως, κάτι δεν ταίριαζε. Κάτι αδιόρατο στο ύφος. Φαινόταν σαν να προσπαθούσε το ποίημα να μοιάσει με ποίημα της μακαριστής. Ο Βουρδάμπαχης έκλεισε αμέσως το βιβλίο για να δει το εξώφυλλο. Τίτλος: Μορφή Χωρίς Σημασία. Συγγραφέας δεν αναφερόταν, ούτε εκδοτικός οίκος, μόνο Αθήνα 2007. Γύρισε στην τελευταία σελίδα, να ελέγξει τον κολοφώνα. Η ποιητική συλλογή “Μορφή χωρίς σημασία” εκδόθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 2007, σε δύο αντίτυπα, σε χαρτί chamois 80 γραμμαρίων. Αυτές ήσαν οι μόνες πληροφορίες που αναφέρονταν. Ούτε εκδότης, ούτε τυπογράφος, ούτε διορθωτής.

“Παράξενο!” αναφώνησε. “Δύο μόνο αντίτυπα και το ένα βρέθηκε εδώ. Πότε πρόλαβε να εκδοθεί; Και κυρίως, πώς βρέθηκε στη βιβλιοθήκη μου, ενώ εγώ δεν έχω αγοράσει κανένα βιβλίο τις τελευταίες δύο εβδομάδες;”

Ακούγοντας το ίδιο του το παραμιλητό, ο Βουρδάμπαχης ένιωσε να επιστρέφει εντονότερος ο γενικευμένος φόβος του. Πέταξε το βιβλίο-φάντασμα στο πάτωμα και ήπιε το υπόλοιπο ουίσκυ του. Άναψε ένα τσιγάρο, έκλεισε τη μουσική (ενώ μόλις ξεκινούσε το ombra leggera) και επέστρεψε στο κρεβάτι του με σκοπό να διώξει κάθε σκέψη από το κεφάλι του (εμού συμπεριλαμβανομένου) και να πιέσει τον εαυτό του να κοιμηθεί αμέσως, να κοιμηθεί οπωσδήποτε. Αλλά, φυσικά, δεν τα κατάφερε. Μία ώρα αργότερα στριφογύριζε ακόμη κάθιδρος. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να σηκωθεί, διότι θυμήθηκε τα λόγια της Νανάς, ότι δεν ωφελεί να στριφογυρίζεις όταν έχεις αϋπνία και ότι το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να σηκωθείς και να ασχοληθείς με κάτι.

Ωραία, λοιπόν, θα σηκωθώ και θα γράψω, σκέφτηκε. Αφού ανεφοδιάστηκε με ένα ακόμη ποτήρι ουίσκυ, κάθισε μπροστά στον υπολογιστή και άρχισε να γράφει.

Δεν ήθελα να γράψω σήμερα γιατί αισθανόμουν άσχημα. Πραγματικά άσχημα, όχι άσχημα όπως λέμε στις κουβεντούλες. Τόσο άσχημα, ώστε δεν είχα λέξεις . Και επίσης πονούσα όλη μέρα. Όλη μέρα πονούσε το στομάχι μου, σαν να αναπτυσσόταν μέσα του, με ρυθμούς ραγδαίους, κάποιο θανατηφόρο σάρκωμα. Και επίσης φοβόμουν. Και φοβάμαι ακόμη. Και γι’ αυτό γράφω. Γιατί θέλω κάπου να πω πόσο φοβάμαι. Και γιατί πάσχω από αϋπνία – η ώρα τέσσερις και δεν έχω καταφέρει ακόμη να κοιμηθώ, αν και τίποτε συγκεκριμένο δεν με απασχολεί.

Μόλις τελείωσε την άτεχνη και συναισθηματολογική αυτή παράγραφο, ο Βουρδάμπαχης συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να γράψει. Και δεν έφταιγε η αϋπνία, ούτε η μέθη, ούτε η πανσέληνος, ούτε ο φόβος του. Δεν μπορούσε να γράψει διότι ήταν ο Βουρδάμπαχης και ο Βουρδάμπαχης δεν γράφει ποτέ, δεν γνωρίζει γραφή, δεν έχει ιδέα για τους πόθους των λέξεων, δεν υπόκειται στο όνομα της γραφής. Ο Βουρδάμπαχης είναι ένας αφανισμένος, πλεγμένος σε επικίνδυνες σκιές, ένα αρχέτυπο της γραφής, δεν είναι άνθρωπος, δεν μπορεί να αισθανθεί, δεν μπορεί να φοβηθεί, δεν μπορεί να υπάρξει.

Και αν η γραφή είναι ο τρόπος για να καθαρθεί κανείς, ο Βουρδάμπαχης δεν είχε ποτέ αυτή τη διέξοδο. Θα έπρεπε να με εξορύξει από το κεφάλι του και να με φορέσει καταπρόσωπα αν ήθελε να γράψει, αν ήθελε όντως να υποδουλωθεί στην πάνσεπτη θεά.

Από αυτήν την αναλαμπή ορμώμενος, ο Βουρδάμπαχης κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Πήρε ένα ξυράφι από το ντουλάπι και άρχισε να κόβει το πρόσωπό του. Ήδη από την τρίτη χαρακιά, ο φόβος τον εγκατέλειψε. Άρχισε να αισθάνεται μία χαρά, μία αγαλλίαση καθώς χαράκωνε όλο και βαθύτερα τα μούτρα του και το αίμα κυλούσε και ήταν βαθυκόκκινο, πηχτό και ωραίο. Αλλά χρειαζόταν να σκουπίζεται συνεχώς με μία υγρή πετσέτα, γιατί η ροή του αίματος κάλυπτε όλο το πρόσωπο και δεν του επέτρεπε να διακρίνει ποιες περιοχές ήσαν ακόμη άκοπες ώστε να τους επιτεθεί. Έκοβε λοιπόν και σκούπιζε, έκοβε και σκούπιζε. Και στα δέκατα του δευτερολέπτου που μεσολαβούσαν ώσπου να ξανακαλυφθεί όλο το πρόσωπό του με αίμα, κατάφερνε να διακρίνει ποια σημεία ήσαν ακόμη σχετικά σώα και σε αυτά φρόντιζε να κατευθύνει το ξυράφι, ελπίζοντας πάντα πως σε λίγο θα πέσει ολόκληρο το πρόσωπο αυτό και θα αναδυθεί το δικό μου και θα μπορέσει έτσι να γράψει.

Όταν το ωραίο πρόσωπο του Γεωργίου Βουρδάμπαχη αποτελούσε πια μια ανάμνηση και το αίμα ήταν πλέον τόσο πολύ ώστε η βρεγμένη πετσέτα δεν μπορούσε να βοηθήσει καθόλου, αναδύθηκα από τα βάθη του μυαλού του και του έκανα τη χάρη να γράψω στο ιστολόγιο αυτό για το τμήμα της περιπέτειάς του περί του οποίου είχα προσωπική εσωτερική γνώση. Δεν ξέρω, βέβαια, εάν και εκείνος, αιμορραγών, εισήλθε στο δικό μου μυαλό στη συνέχεια, και ούτε θα το μάθει ποτέ κανείς διότι ο Βουρδάμπαχης δεν γράφει – είναι καταδικασμένος, επομένως, να ζει και να πεθαίνει στη σιωπή.

Μόνο κάποιοι φίλοι του, ενδεχομένως πρόσωπα της γραφής και αυτοί, αποπειρώνται κατά καιρούς να γράψουν. Αλλά γνωρίζουν πως μόνο μέσω εμού μπορεί η γραφή τους να υπάρξει. Γι αυτό μου την απευθύνουν, όπως η Πανωραία Καλλινούς, από την οποία έλαβα, τη στιγμή ακριβώς που ετοιμαζόμουν να πατήσω το publish για το παρόν ιστολόγημα, ένα μήνυμα μακροσκελές και μάλλον απειλητικό, το οποίο είμαι υποχρεωμένος να παραθέσω, κυρίως λόγω του ειδικού βάρους της Καλλινούς στη ζωή του Βουρδάμπαχη. Εν είδει μνημοσύνου.

Le Nonce,

Μὴν εἶσθε τόσο σίγουρος ὅτι ἐσεῖς κατοικήσατε τὸ νοῦ τοῦ ἀγαπητοῦ Βουρδάμπαχη καὶ ὄχι ἐκεῖνος τὸν δικό σας. ἀλήθεια εἶναι, ὡς συνήθως, πιὸ περίπλοκη ἀπὸ τὶς χονδροειδεῖς ἐπιθυμίες σας.

Ἐνδεχομένως ἔχετε δίκηο ὅτι Βουρδάμπαχης εἶναι ἀπλῶς τὸ πρόσωπο ἐνῶ ἐσεῖς εἶσθε τὸ ὑποκείμενο τῆς γραφῆς. Δὲν πρέπει, ὅμως, νὰ σᾶς διαφεύγει ὅτι Βουρδάμπαχης, κα ἂν ἀκόμη ὑπῆρξε, ἱστολογικῶς δὲν εἶναι παρὰ ἕνας τρόφιμος τοῦ ἐγκεφάλου σας: ἐκεῖ ἐνδιατρίβει καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀναδύεται τὸ μετείκασμά του.

Ἀναρωτηθήκατε, ἑπομένως, πῶς θὰ μπορούσατε νὰ ἔχετε εἰσέλθει στὸ νοῦ ἑνὸς πλάσματος ἤδη περιωρισμένου ἐντὸς του δικοῦ σας νοῦ; Ὑποθέτω πὼς ὄχι, καθὼς εἶναι γνωστὴ ἡ διανοητική σας ἀδράνεια καὶ ἡ λογικὴ ἀσυνέπεια τῆς γραφῆς σας.

Ἀρκοῦμαι ἐδῶ στὴν ἐπισήμανση ὅτι τὸ ἄλλο ἀντίτυπο τῆς Μορφῆς Χωρὶς Σημασία βρίσκεται ἐδῶ καὶ τρεῖς μέρες στὸ κομοδίνο σας. Εἶμαι βέβαιη πὼς θὰ καταλήξετε στὰ ὀρθὰ συμπεράσματα.

Πανωραία Καλλινοῦς

Θα με ανησυχούσε, ίσως, το μήνυμα της Πανωραίας εάν δεν ήξερα ότι και αυτή επίσης, όπως και όλα τα άλλα πρόσωπα που έχουν εμφανισθεί εδώ κατά καιρούς, ενδιατρίβει στις σκοτεινές πτυχώσεις του εγκεφάλου μου. Ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν έζησε. Η Πανωραία είναι και αυτή ένα πρόσωπο που γράφεται, όχι ένα πρόσωπο που γράφει. Και όλα τα γεγονότα και όλα τα αντικείμενα που συνοδεύουν τα πρόσωπα που γράφονται είναι είδωλα ειδώλων, κομμάτια ενός σκηνικού, με λίγα λόγια παραισθησίες, επομένως δεν υπήρχε κανένας λόγος να ψάξω: η ποιητική συλλογή Μορφή Χωρίς Σημασία δεν εκδόθηκε ποτέ και στο κομοδίνο μου αυτόν τον καιρό ξέρω πως έχω μόνο το How to do things with words.

Εξάλλου, όλοι ξέρουν πως η Πανωραία ή Γνωσιολογία Καλλινούς είναι, κατά βάθος, μία ακόμη έκφανση της Γερτρούδης, δηλαδή της ίδιας της μακαριστής. Έτσι εξηγείται η επιμονή της. Έτσι εξηγείται η αδυναμία της. Έχει και αυτή χαθεί μέσα σε έναν κυκεώνα προσώπων και προσωπείων, γραφουσών και γραφομένων, νεκρών και εμβρύων. Η ακατανίκητη επιθυμία της να συμπαρασύρει εμένα, τον Stéphane και τον δυστυχή Βουρδάμπαχη αποδεικνύει ότι στόχος της είναι σαφώς η υποδούλωση της πραγματικότητας στη γραφή.

Ο καημένος ο Βουρδάμπαχης θα έχει τουλάχιστον στο κομοδίνο του στο νοσοκομείο ολίγα ωραία ποιήματα να διαβάσει.

Κάτι είναι κι αυτό.

 

 

 

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 3 σχόλια »

ἐπὶ ἀνθρώπου ἔργον ἐγείρομαι

Το διάστημα μεταξύ του πρωινού ξυπνήματος και της έγερσης ποικίλλει ανάλογα με το τί ακολουθεί.

Εάν πρόκειται για τη ρουτίνα της καθημερινής εργασίας, το διάστημα επιμηκύνεται, μερικές φορές μάλιστα επιμηκύνεται υπερβολικά, καθώς κανείς ξανακοιμάται, ξαναξυπνά μετά μία ώρα, αναρωτιέται αν θα πρέπει να σηκωθεί ή, εφόσον άργησε ήδη πολύ και λίγη ακόμη καθυστέρηση δεν βλάπτει, αν θα ξανακοιμηθεί για άλλη μια ώρα, ή δύο, μήπως τελικά θα πρέπει να τηλεφωνήσει στη δουλειά και να πει πως δεν θα πάει, πως κάτι πάλι του έτυχε, πως η ασθενής υγεία του τον πρόδωσε πάλι.

Εάν όμως έχει κανείς κάτι σημαντικό να κάνει, ξυπνάει πριν το ξυπνητήρι, σηκώνεται σχεδόν αμέσως, πίνει τον πρωινό καφέ σε πέντε δέκα λεπτά μοναξιάς, περίσκεψης και σχεδιασμού, και ξεκινά ευθύς τη σημαντική του εργασία. Η εργασία αυτή μπορεί να είναι η προετοιμασία ενός ταξιδιού, η γραφή, η προετοιμασία ενός τέλους, το ζωγράφισμα ενός πίνακα, η αναζήτηση του έρωτα, η σύνθεση μιας μουσικής, η προετοιμασία ενός δείπνου, η γραφή, κυρίως η γραφή. Όχι όμως η γραφή που κάπου απευθύνεται – αυτή εμπίπτει σε άλλη κατηγορία, της αναζήτησης του έρωτα ίσως. Μιλώ για τη γραφή που ξεκινά από τον εαυτό σου και καταλήγει σε αυτόν, τη γραφή που ανιχνεύει εσωτερικούς δρόμους, με την ελπίδα βέβαια πάντα ότι θα ανακαλυφθεί από άλλους ιχνηλάτες (η ελπίδα αυτή είναι εγγενές χαρακτηριστικό της γραφής), αλλά και με την καλλιεργημένη ψευδαίσθηση της ομφαλοσκοπικής διαφάνειας.

Η Plath, εγκλωβισμένη στον εφιάλτη της μητέρας και της απατημένης συζύγου, ξυπνούσε τα χαράματα και έγραφε την ποίησή της, πριν ξυπνήσουν οι χοντροί γυμνοσάλιαγκες και ζητήσουν φαΐ και παιχνίδι, πριν ξυπνήσει ο άχρηστος σύζυγος και βγει έξω “για καφέ”. Τα ποιήματα αυτά, που διακόπτονταν μόλις άρχιζε η ρουτίνα της ζωής της, είναι τα ποιήματα που διαβάζουμε σήμερα. Αντίθετα, η φρίκη της ζωής της είναι η αιτία που η Plath κατάντησε ταινία στο Hollywood.

Αλλά κάθε πρωί, ετοιμοθάνατη, κουρασμένη από την έλλειψη ύπνου, τα παιδιά και το σύζυγο, σηκωνόταν και ανυπόμονη ξανάπιανε το ποίημα που είχε αφήσει την προτεραία, ετοίμαζε το opus magnum που θα δημιουργούσε το μεταθανάτιο πρόσωπό της. Και όταν αυτοκτόνησε, δεν άφησε πίσω της ορφανά ποιήματα, δεν άφησε ημιτελή, άφησε ένα έργο μεγάλο, που συνετέθη, θα έλεγε κανείς, στο περιθώριο της ζωής της, έξι με εφτάμιση το πρωί, ενώ στην πραγματικότητα το περιθώριο αυτό ήταν η μόνη ζωή που η ίδια θεωρούσε άξια πλέον να ζήσει. Μόλις το έργο ολοκληρώθηκε, η Plath κλείστηκε στην κουζίνα, στο τραπέζι της οποίας έγραφε, έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο και άνοιξε το γκάζι.

Λίγους μήνες πριν πραγματοποιήσει το θάνατό της, η Plath φρόντισε να απαλλαγεί από όλα τα επικοινωνιακά γραπτά της. Έκαψε τα γράμματα της μητέρας της, το μοναδικό χειρόγραφο του δεύτερου αυτοβιογραφικού μυθιστορήματός της, ανεπίδοτες επιστολές στον Ted, ημερολογιακές καταγραφές. Όλα όσα θα μπορούσε κανείς να μελετήσει για να ανακαλύψει τους τρόπους της ζωής της τα έριξε σε μια μεγάλη φωτιά στον κήπο και παρακολούθησε επί ώρα πολλή τις φλόγες να τα καταπίνουν.

Τα ποιήματα του Ariel φαίνεται πως τα έγραψε τις τελευταίες εβδομάδες, με την απόφαση του θανάτου ειλημμένη. Αξημέρωτα. Τα καθαρόγραψε, τα ταξινόμησε και πέθανε. Η επίφαση της ζωής, η κωμωδία της επικοινωνίας είχε πάψει να την ενδιαφέρει. Αλλά η ποίησή της, αυτή έπρεπε να γραφτεί και να μείνει πίσω της. Μια γραφή εξ ορισμού μη επικοινωνιακή.

Είκοσι πέντε χρόνια τώρα ζω με την ποίηση της Plath. Και έχω μόνιμα στο νου μου την εικόνα της: νωρίς το πρωί, πριν αρχίσει η μέρα για αυτούς που τη βασάνιζαν, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, άυπνη, να γράφει. Δύο ώρες μεγάλης έντασης. Ύστερα, η οικογενειακή θλίψη.

Ξυπνώ λοιπόν το πρωί με το φάσμα της Plath μπροστά στα μάτια μου. Την βλέπω εκεί, σκυμμένη πάνω στα χαρτιά της, στην κουζίνα μου ενώ φτιάχνω τον πρωινό καφέ. Ύστερα πηγαίνω και κάθομαι στο γραφείο μου, τα πρώτα πέντε λεπτά χωρίς να κάνω τίποτα, μόνο με τσιγάρο και καφέ. Ύστερα ανοίγω τον υπολογιστή να γράψω. Όχι ιστολογήματα, αυτά γράφονται άλλες ώρες, με άλλες συνθήκες. Ούτε ποιήματα, εδώ και πολύν καιρό δεν μπορώ να αντέξω τη ένταση της ποιητικής δημιουργίας. Ούτε, βέβαια, ημερολόγια, δεν είμαι πια έφηβος.

Η γραφή με έχει πάει σε έναν άλλο τόπο, εσωτερικό, κατοικημένο οπωσδήποτε από όλα μου τα αγαπημένα φαντάσματα, με τέτοιον τρόπο, όμως, ώστε να είναι αόρατα, με τέτοιον τρόπο ώστε και εγώ σπανίως να μπορώ να τα διακρίνω. Πρόκειται για έναν χώρο που απλώνεται όλο και περισσότερο, καίτοι μερικές μέρες συμπτύσσεται επικίνδυνα και άλλες καίγεται αυτοκαταστρεφόμενος. Έχει το ρυθμό του εφιάλτη της Plath και μοιάζει πότε με σχέδιο του Escher, πότε με τραγούδι της Laurie.

Some people know exactly where they’re going … I’m just looking for just a single moment so I can slip through time.

Ο αναγνώστης είναι και θα μείνει σκοτεινός, μάλλον ανύπαρκτος, αν και ποθητός, γιατί η ολοκλήρωση του έργου απαιτεί το θάνατο του συγγραφέα.

Κατά πάσα πιθανότητα, έτσι κάπως εξηγείται και το ιστολόγιο. Αποστολή του είναι να επινοεί υπαρκτούς αναγνώστες. Να αναπτύσσει μία γραφή ζωής, αντίβαρο στον θάνατο που επιτάσσει η αληθινή γραφή. Να κλέβει χρόνο από την αληθινή γραφή για να αναβάλλει διαρκώς το τέλος. Και να δοκιμάζει, μέρα με τη μέρα, τρόπους θανάτου.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 3 σχόλια »