μὴ τυχὸν καμιὰ λέξις, κανένας τόνος τῆς φωνῆς προδώσει

Μερικές φορές ονειρεύεται κανείς όνειρα που μόνο ως παράδοξα θα μπορούσε να τα περιγράψει.

Βρίσκεσαι, για παράδειγμα, σε έναν χώρο άγνωστο με ανθρώπους που ίσως γνωρίζεις ίσως όχι αλλά τους οποίους ποτέ ξυπνητός δεν θα συναναστρεφόσουν. Η συζήτηση αφορά θέματα τα οποία ποτέ ξυπνητός δεν θα έβρισκες ενδιαφέροντα.

Η επικρατούσα αίσθηση είναι αυτή του ανάρμοστου. Και για να την πολεμήσεις, προσπαθείς να θυμάσαι σε όλη τη διάρκεια του ονείρου ότι πρόκειται για ένα παράδοξο όνειρο από το οποίο αργά ή γρήγορα θα ξυπνήσεις.

Συμβαίνει, όμως, επίσης αυτές οι παραδοξότητες να εμφανίζονται και ενώ είσαι ξυπνητός. Εχθές, ας πούμε, βρέθηκα ξαφνικά σε μία αίθουσα δεξιώσεων. Με ολόφωτους πολυελαίους και πολυτελείς μπροκάρ κουρτίνες. Με χαμογελαστούς σερβιτόρους που περιφέρονταν κρατώντας ασημένιους δίσκους με κρυστάλλινα ποτήρια γεμάτα σαμπάνια. Δεν υπήρχε όμως δεξίωση. Και ελάχιστοι ήσαν οι καλεσμένοι: μία ηλικιωμένη γυναίκα της οποίας το πρόσωπο κρυβόταν πίσω από μια ροζ πλερέζα, ο Jünger ντυμένος Πήτερ Παν με ένα καταπράσινο κοστουμάκι, ο Γ. φορώντας μια υφαντή βαθυκόκκινη τζελλέμπα, και εγώ με τα ρούχα της δουλειάς.

Ήμαστε καθισμένοι σε διαφορετικά σημεία της τεράστιας αίθουσας και χαμογελούσαμε ευδαίμονες αλλά δεν μιλούσαμε σχεδόν καθόλου. Οι μόνες λέξεις που άκουγε κανείς ήσαν τα αλλεπάλληλα “ευχαριστώ” κάθε φορά που κάποιος από εμάς έπαιρνε ένα ακόμη ποτήρι σαμπάνια από το δίσκο κάποιου σερβιτόρου.

Βέβαιος ότι πρόκειται για ένα ακόμη παράδοξο όνειρο, άρχισα να συγκεντρώνομαι στην ιδέα πως πρέπει να ξυπνήσω. Και τότε, εμφανίστηκαν ενώπιόν μου, τυλιγμένοι σε πέπλα, ο Ιωάννης Ερανιστής και η Μέλπω Maas. Αμίλητοι έγνεψαν ευγενικά και κατευθύνθηκαν στη γωνία όπου καθόταν η ηλικιωμένη γυναίκα. Εκείνη, μόλις τους είδε, σηκώθηκε, πέταξε την πλερέζα και άρχισε να χορεύει μόνη της, αν και δεν ακουγόταν μουσική. Τότε την αναγνώρισα.

Η νεκρή ποιήτρια δεν εξεπλάγη καθόλου που οι ζωντανοί αποστρέφονταν την παρουσία της. “Εξάλλου, μόνο κατ’ ευφημισμόν είναι ακόμη ζωντανοί,” ψιθύρισε στη Μέλπω επιδεικτικά, και ήταν προφανής η πρόθεσή της να ακουστεί, καίτοι υποτίθεται πως μιλούσε εμπιστευτικά. Φαινομενικά από ευγένεια, αλλά κατά βάθος από εκδικητικότητα, υποκρίθηκα πως δεν είχα ακούσει τα λόγια της νεκρής ποιήτριας. Έβλεπα, ωστόσο, στα μάτια του νεαρού Jünger το φόβο – είχε προφανώς ακούσει και εκείνος και είχε ερμηνεύσει το σχόλιο της νεκρής ποιήτριας ως απειλή.

Και πιθανότατα αυτή ήταν η σωστή ερμηνεία. Αλλά καθώς δεν ήμουν βέβαιος ότι όλα αυτά συνέβαιναν πραγματικά και, αντιθέτως, υπέθετα ότι επρόκειτο περί ονείρου, θεώρησα άτοπο να ανησυχήσω. Ήταν, όμως, υποχρέωσή μου να καθησυχάσω το νεαρό Jünger. Τον κοίταξα λοιπόν τρυφερά, τον πλησίασα και τον αγκάλιασα. “Μην ανησυχείς, δεν είναι αληθινή,” του είπα στο αυτί.

Αμέσως, ο Ερανιστής, η νεκρή ποιήτρια και οι σερβιτόροι εξαφανίστηκαν. Έμειναν μόνο ο Γ. και η Μέλπω Maas, καθισμένοι σε έναν διθέσιο καναπέ, απορροφημένοι σε μία συζήτηση για τους λατινοαμερικάνους μυθιστοριογράφους. Ο Jünger και εγώ βρεθήκαμε ξαπλωμένοι σε ένα στρογγυλό κρεβάτι στο κέντρο της αίθουσας, γυμνοί, ενώ ακούγονταν από αόρατα ηχεία τα madrigals of the rose angel του Harold Budd. Ήταν σαφές ότι παρά την φαινομενική αφοσίωσή τους στη λογοτεχνική συζήτηση, η Μέλπω και ο Γ. είχαν τα μάτια τους καρφωμένα επάνω μας και περίμεναν σαν αρπακτικά την επόμενη κίνησή μας. Απέφυγα λοιπόν να αγγίξω το αξιέραστο σώμα του Jünger. Απέφυγα ακόμη και να τον κοιτάξω. Έκλεισα τα μάτια, τα έσφιξα και είπα στον εαυτό μου “όνειρο είναι, ξύπνα!”

Ενώ ακόμη τα μάτια μου ήσαν κλειστά, η φωνή της Μέλπως, αναπάντεχα γλυκερή, ακούστηκε να λέει: “Θέλετε να χορέψομε, Le Nonce?”

Ανασηκώθηκα έντρομος. Δύο εξηγήσεις υπήρχαν για όσα συνέβαιναν και δεν μου άρεσε καμία από τις δύο: είτε το όνειρο ήταν εξαιρετικά επίμονο είτε δεν ήταν όνειρο. Ανοίγοντας τα μάτια, είδα μπροστά μου τη Μέλπω, που φορούσε πλέον τη ροζ πλερέζα της νεκρής ποιήτριας, να μου τείνει το χέρι προσκαλώντας με σε χορό, και το Γ., γυμνό, σε θερμό εναγκαλισμό με τον Jünger, στο κρεβάτι όπου και εγώ καθόμουν. Στον καναπέ, είχε επανεμφανιστεί ο Ερανιστής, ο οποίος εδιάβαζε μεγαλοφώνως το Γράμμα στον Πατέρα.

Μη έχοντας άλλη επιλογή, συνόδευσα τη Μέλπω στο χορό της. Ο Γ. και ο Jünger επιδίδονταν εν τω μεταξύ σε όλες τις ερωτοπραξίες στις οποίες κατά καιρούς φανταζόμουν ότι παρέσυρα εγώ τον νεαρό Jünger. Η Μέλπω με παρέσυρε όλο και πιο μακρυά από το κρεβάτι και η μυωπία μου δυσκόλευε την παρατήρηση των λεπτομερειών της συνουσίας. Η φωνή του Ερανιστή, όμως, δυνάμωνε ολοένα και, όσο μακρυά και αν ήμαστε, μας έφτανε η στομφώδης απαγγελία του. Χορεύαμε με όλο και μεγαλύτερη ενέργεια και κάποια στιγμή πέσαμε με δύναμη πάνω στη νεκρή ποιήτρια, η οποία είχε ξαναϋλοποιηθεί και χόρευε πλάι μας. Με τη σύγκρουση σωριάστηκε στο πάτωμα.

“Να ακούτε το Jacques Alain,” είπε δείχνοντας τον Ερανιστή, “ακόμη και όταν νομίζετε ότι το κείμενο που σας διαβάζει σας είναι γνωστό. Εξάλλου, στο ρυθμό αυτού του κειμένου χορεύετε. Και στον ίδιο ρυθμό ερωτοτροπούν οι αγαπημένοι σας.”

Ο Jacques Alain Ερανιστής μας πλησίασε ενώ προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε τη νεκρή ποιήτρια να σηκωθεί. “Προσέξτε,” μας είπε, “c’est une poétesse lacanniene!”

Και ο Jünger με τον Γ. ήλθαν ταυτόχρονα σε οργασμό.

Αναρτήθηκε στις βινιέττες. Leave a Comment »

Υποβολή απάντησης