
Σε αντίθεση με τον ποιητή, δεν πιστεύω στην ψυχή, αλλά μόνο στο σώμα. Σε κάποια σκοτεινή κρύπτη του κορμιού θα βρω, επομένως, όχι τα κλειδιά της ψυχής, αλλά τα κλειδιά του ίδιου του σώματος. Αυτό, όμως, είναι πρωθύστερο, καθώς θα πρέπει ήδη να έχω εξερευνήσει ολόκληρο το κορμί, να έχω ανοίξει όλες τις σκοτεινές του κρύπτες, πριν βρω το κλειδί του. Εκτός εάν το κλειδί του κορμιού δεν είναι αυτό που ανοίγει το κορμί, αλλά αυτό που το εξηγεί. Οπότε η εξήγηση του κορμιού κρύβεται σε κάποια σκοτεινή του κρύπτη. Θα προκύψει από την περιδιάβαση των σωθικών του, των αρτηριών του, των νεύρων του και των εγκεφαλικών του λαβυρίνθων.

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως ξεκινάει αυτή η εξερεύνηση, με αναίμακτους όρους επιστημονικής φαντασίας, με έναν τρόπο, δηλαδή, ο οποίος αφήνει το ερευνώμενο σώμα άθικτο: ελαττώνεται κανείς αφάνταστα και εισβάλλει, μέσα από κάποιον πόρο του δέρματος, σε ένα ανθρώπινο σώμα. Ταξιδεύει, κολυμπώντας μέσα στο αίμα, διαμέσου φλεβών και αρτηριών, σε όλες τις κρύπτες του σώματος. Παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις χημικές αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα στους νευρώνες. Αισθάνεται σαν σεισμό τις κινήσεις των μυών. Η εμπειρία είναι, όπως τόσες φτηνές ταινίες επιστημονικής φαντασίας έχουν καταδείξει, παρόμοια με την εξερεύνηση μιας μυστηριώδους υγρής σπηλαιώδους οικήσεως.
Αυτό όμως που βλέπει κανείς, ελάχιστος και παραμορφωμένος μέσα σε ένα τεράστιο σώμα, δεν είναι τελικά το σώμα. Και αν ακόμη το κλειδί ήταν μπροστά του, δεν θα το έβλεπε ολόκληρο, όπως δεν βλέπει και κανένα όργανο του σώματος ολόκληρο. Η κλίμακα είναι λάθος. Το σώμα του είναι λάθος και δεν μπορεί να διακρίνει τις πραγματικές αναλογίες.

Δεν προκρίνεται επομένως η αναίμακτη λύση. Η αναζήτηση απαιτεί κάτι πιο αιματώδες. Απαραίτητη η σφαγή και ο διαμελισμός του σώματος. Μόνο έτσι θα αποκαλυφθεί στις πραγματικές του διαστάσεις το κλειδί. Μόνο έτσι θα μπορέσει το σώμα να εξηγηθεί. Δια της θανατώσεως.

“Είσθε φίλερις, αγαπητέ. Έτσι μόνον εξηγούνται αυτές οι εξαμβλωματικές εξελίξεις του βίου και της γραφής σας. Στις συναναστροφές σας πάντα υφέρπει ένας αγώνας πάλης χωρίς κανόνες και περιορισμούς. Στα πρόσωπα των άλλων βλέπετε πάντα την επίθεση, παρά την επίφαση αβρότητας που πάντα προσπαθείτε να προβάλλετε. Η πρόθεσή σας να σφαγιάσετε είναι προφανής”
Οι διαπιστώσεις του φίλου Α.Κ. ήρθαν απρόσκλητες και ανεπιθύμητες. Είχα, φυσικά, σοβαρές αντιρρήσεις, αλλά η φύση των λόγων του δεν μου επέτρεπε να τις εκφράσω, διότι αναμφίβολα θα εθεωρούντο έργω επίρρωση του κατηγορητηρίου. Ενώ η λόγω επίρρωση του κατηγορητηρίου την οποία του επεφύλασσα αποτελούσε ουσιαστικά την έργω αναίρεσή του. Χαμογέλασα, λοιπόν, σαρδόνια, και του είπα:
“Έχετε δίκηο. Πράγματι, είναι ευέξαπτη η φύση μου. Και αληθώς απολαμβάνω τη φιλονικία και, ενίοτε, τη σφαγή. Είμαι, βλέπετε, ερευνητική φύση.”

Ήταν προφανές πως η απάντησή μου τον αποσυντόνισε: σχεδόν του έπεσε από το χέρι το ποτήρι από το οποίο έπινε το κρασί μου. Συγκράτησα, ωστόσο, το θυμό μου για το παρ΄ολίγον ατύχημα που θα μου κόστιζε ένα από τα ωραιότερα ποτήρια της συλλογής μου και εξακολούθησα να χαμογελώ. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, είχε συνέλθει και ο Α.Κ. – το πρόσωπό του ξαναπήρε την κενή έκφραση που έχει συνήθως, τα λεπτά του χείλη έκλεισαν και η στιγμιαία λάμψη αποσύρθηκε από τα μάτια του.
Τον είχα παγιδεύσει, χρησιμοποιώντας ακριβώς τη δική του παγίδα. Αποδεχόμενος τα λόγια του είχα δημιουργήσει μία αντίφαση από την οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει: είχα φανεί προσηνής, διότι δεν είχα θυμώσει καθόλου καίτοι με αποκαλούσε φίλερι, και συγχρόνως είχα αποδεχθεί τον ψόγο ότι είμαι φίλερις, άρα δεν θα μπορούσα να είμαι προσηνής.
Στην πραγματικότητα, η αντίδρασή μου ήταν η πλέον εριστική που θα μπορούσε να υπάρξει. Δημιούργησε την αμφιβολία, τον παραλογισμό, την αντίφαση στο κουρασμένο μυαλό του κατηγόρου μου. Και αν υποψιάστηκε πως η αντίδρασή μου είχε την πρόθεση να επικρατήσει, εντούτοις η έρις ήταν υπόγεια και ανομολόγητη. Και γνώριζε καλά ότι τίποτε δεν θα μπορούσε να πει επ΄αυτού, χωρίς ο ίδιος να εκτεθεί είτε ως φίλερις είτε ως αφασικός: φίλερις εάν έβλεπε έριδες εκεί που υπήρξε μόνο αγαθή πρόθεση αποδοχής και συμφωνίας, αφασικός εάν άμα τη συμφωνία μου άλλαζε την προηγούμενη απόφανσή του και διατεινόταν ότι εν τέλει δεν είμαι φίλερις. Λύση, επομένως, δεν υπήρχε.
Συντετριμμένος σηκώθηκε μετά λίγα λεπτά, αν και η συνήθης κενή έκφραση του προσώπου του έκρυβε αποτελεσματικά τη συντριβή του, και ανακοίνωσε την αποχώρησή του. Αλλά πριν προλάβει να φτάσει ώς την εξώπορτα, κατέρρευσε.
Ήταν, εντούτοις, σχεδόν ζωντανός κατά τη διάρκεια της σφαγής.

19 Δεκεμβρίου 2006 σε 4:45 μμ
Ωραία που περιγράφετε μια τέτοια είσοδο μέσα στο κορμί.
Κι αν μέσα στο κορμί πονάει η ψυχή πονάει και το κορμί;
19 Δεκεμβρίου 2006 σε 4:46 μμ
killing me softly
20 Δεκεμβρίου 2006 σε 3:32 πμ
Ωραία του τη φέρατε του Α. Κ., αγαπητέ George… Όσο για τα κλειδιά του κορμιού και της ψυχής, τα ίδια δεν είναι τελικά; Και δίκιο έχετε κι εσείς κι ο ποιητής, στο σώμα βρίσκονται, ίσως ακριβώς κάτω απο το δέρμα, στις πτυχές και τις οπές του σώματος… Προς τι το τόσο αίμα λοιπόν. Κι οι αμυχές αρκούν για να τα ανακαλύψουμε…