
Γνωρίζαμε ότι επέκειτο αιματοχυσία, γιατί πάντα ρέει αίμα πολύ από τις ορθάνοιχτες πληγές, όμως το αίμα ήταν περισσότερο από όσο είχαμε φανταστεί. Και η ροή του δεν ήταν, όπως περιμέναμε, αργή και βασανιστική. Ούτε ήταν αραιό και κόκκινο. Και καθώς έρεε, χάθηκε από τα μάτια μας η πηγή του. Η πληγή δεν διακρινόταν πια, τόσο πολύ ήταν το αίμα που κάλυπτε τα πάντα.

Σε δευτερόλεπτα είχε απλωθεί παντού. Πατούσαμε μέσα στο αίμα, σαν να είχε πλημμυρίσει το σπίτι, σαν να είχε σπάσει κάποιος σωλήνας του νερού, μόνο που δεν ήταν νερό, αλλά μαύρο κολλώδες αίμα. Πηχτό και με δυσκολία σηκώναμε τα πόδια μας από το μαύρο αιματοβαμμένο πάτωμα, με προσπάθεια. Ρίχναμε νερά παντού, ελπίζαμε ότι θα καθαρίσουν το αίμα, ότι θα το συμπαρασύρουν. Η Μαργαρίτα με μία σκούπα έσπρωχνε τα αιματωμένα νερά, αλλά διαρκώς ανάβλυζε κι άλλο. Και αδίκως περιμέναμε να τελειώσει το αίμα του τραυματία, να πεθάνει, να σταματήσει η παραγωγή του αίματος, να στεγνώσει το σώμα και να στεγνώσει κάποτε ο χώρος. Με τρόπο υπερφυσικό το αίμα έρεε, με όλο και μεγαλύτερη ορμή, σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες.
Και κάποτε αναρωτήθηκα γιατί το αίμα είναι τόσο φοβερό, γιατί τρομάζουν κάποιοι και λιποθυμούν στη θέα του; Ενώ η οσμή του θυμίζει οσμή κρέατος που ψήνεται, γιατί προφανώς στεγνώνει το αίμα καθώς ψήνεται το κρέας και σκορπίζει τη μυρωδιά του.
Να κάψουμε, λοιπόν. Να κάψουμε το σώμα που αναβλύζει, που είναι αδύνατον ούτως ή άλλως να είναι ακόμη ζωντανό γιατί έχει ρεύσει αναρίθμητα λίτρα αίματος. Εξάλλου το αίμα που έχει πλημμυρίσει πια όλο το σπίτι, το αίμα του οποίου η στάθμη ανεβαίνει επικίνδυνα, έχει ήδη φτάσει ώς τα γόνατά μας, το αίμα αυτό είναι μαύρο και πηχτό, αίμα οπωσδήποτε άρρωστο, πιθανώς πεθαμένο, και σε λίγο θα μας πνίξει αν δεν πάρουμε μέτρα δραστικά. Να κάψουμε το σώμα για να στεγνώσει το αίμα του και να παύσει.

Και πράγματι η γνώριμη οσμή του κρέατος που ψήνεται οξύνθηκε μόλις ανάψαμε τη φωτιά. Ώστε δεν είναι του κρέατος αυτή η οσμή, είναι η οσμή του πεθαμένου αίματος. Ποιος ξέρει ποιες χημικές αντιδράσεις συμβαίνουν καθώς καίγονται τα σπλάγχνα και το αίμα μετατρέπεται σε μαύρους θρόμβους και ύστερα σε σπογγώδη κάρβουνα και όμως η οσμή είναι ευχάριστη, περίπου σαν να είμαστε σε οικογενειακή αμερικάνικη ταινία και ο εξάδελφος Ντερκ ψήνει μπριζολάκια στον κήπο, ενώ η γυναίκα του με το εμπριμέ φουστανάκι και την τέλεια οδοντοστοιχία ετοιμάζει σαλάτες και τα παιδιά του με τα γαλάζια παντελονάκια και τις ριγέ τιράντες παίζουν φρίσμπη με το σκύλο και ο εξάδελφος Ντερκ μας προσφέρει μία ακόμη μπίρα και μας καθησυχάζει ότι τα μπριζολάκια θα είναι έτοιμα σε πέντε λεπτά.

Μόνο που ο εξάδελφος Ντερκ είναι μια κάλπικη μνήμη ή μια φαντασιοκοπία, εδώ δεν υπάρχουν συγγενείς, δεν υπάρχει κανείς εκτός από τους μετόχους του εγκλήματος, όταν μαχαιρώσαμε δεν φανταζόμασταν ότι το αίμα θα έρεε τόσο πολύ, δεν φανταζόμασταν ότι θα έπνιγε το δωμάτιο, δεν φανταζόμασταν ότι θα έχει οσμή, και αν μας έλεγε κανείς για τη μυρωδιά του αίματος, θα μας ερχόταν στο νου κάτι σάπιο, κάτι εξαιρετικά δυσάρεστο που κανείς δεν θα μπορούσε να αντέξει, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια από τις νοστιμότερες οσμές που έχουμε οσμιστεί, αν και δεν παύει το έγκλημα να είναι ειδεχθές και η κατάσταση δύσκολη, όπου νάναι θα εμφανιστούν οι αποκάτω, θα στάζει η πλημμύρα του αίματος από το ταβάνι τους και θα έρθουν να δουν τί συμβαίνει και αναπόφευκτα θα μυρίσουν το καμμένο πεθαμένο αίμα ακόμη και αν ανοίξουμε μόνο ελάχιστα την πόρτα, ακόμη και αν δεν δουν τα αποκαΐδια.

Να όμως που υποχωρεί η οσμή και οι γείτονες δεν ήρθαν και επιτέλους αρχίζει να φέρνει αποτελέσματα το σκούπισμα με νερά και η Μαργαρίτα έχει ήδη καθαρίσει το χώρο γύρω από το κρεβάτι, βέβαια το χρώμα του παρκέ είναι πολύ πιο σκούρο, έχει οπωσδήποτε ποτιστεί από το μαύρο αίμα, αλλά είναι προφανώς στεγνά πια δύο τρία τετραγωνικά μέτρα γύρω από το κρεβάτι και η Μαργαρίτα εξακολουθεί να καθαρίζει με κινήσεις φυγόκεντρες και το πτώμα δεν υπάρχει πια και δεν καπνίζει γιατί έχει ολόκληρο μεταμορφωθεί σε σπογγώδη κάρβουνα που θα ρίξουμε το βράδυ στο τζάκι και θα μας ζεσταίνουν και το αίμα δεν ρέει και ήδη βλέπω να λιμνάζει ακίνητο στις γωνίες του σπιτιού και ώς να νυχτώσει θα το έχουμε καθαρίσει όλο.

Και ίχνος κανένα δεν θα μείνει του εγκλήματος ούτε της αιματοχυσίας αφού θα έχει ανάψει το τζάκι. Η Μαργαρίτα θα αναπαυθεί, θα κοιμηθεί και θα ξυπνήσει μια άλλη. Θα τραγουδάει μέσα από τον τάφο της και μόνο εγώ θα είμαι ζωντανός για να πίνω από τις σπονδές που θα χύνει.
