the cretin is hardly a human being

Θα κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε. Αγοράσαμε σαμπάνιες με τα τελευταία μας λεφτά και θα τις ανοίξουμε πανηγυρικά για να γιορτάσουμε τον ερχομό του νέου έτους. Θα ξεχάσουμε κάθε άλλη έκφανση της πραγματικότητας και θα τσουγκρίσουμε τα ποτήρια. Θα αισθανθούμε μόνο την ευτελή ευχαρίστηση ενός μασκαρεμένου εορτασμού, αποφασισμένοι να γεννήσουμε το 2007 με έναν πόνο.

Όλα θα είναι καθώς πρέπει: τα κρυστάλλινα ποτήρια πάντα γεμάτα με καλό κρασί, η μουσική εορταστική αλλά και με επίπεδο, το πουλερικό μαγειρεμένο επί ώρες μέσα στα φρούτα και τα κρασιά, τα γλυκά σπιτικά αλλά και από τα καλύτερα ζαχαροπλαστεία, οι καλεσμένοι ένα κράμα αποτρόπαιας ηδονής και αιωνόβιας φιλίας, η επόμενη μέρα έτοιμη να ξεχαστεί στις συνέπειες μιας παρατεταμένης μέθης.

Αδιάφοροι για την αφορμή της εορτής, θα κεράσουμε ο ένας τον άλλο και θα υποδυθούμε με εύκολη λήθη τους κρετίνους. Θα τραγουδήσουμε και θα χορέψουμε. Το φάντασμα της υπερήλικης μεγαλοαστής με το γούνινο καπέλο θα πει “ωραία φωνή έχεις” και θα ζητήσει earl grey από το queen, απαιτώντας τη σωστή ιεροτελεστία της τσαγέρας. Η μουσική θα αλλάξει ως δια μαγείας και θα ακουστεί η Βέμπο να τραγουδά “σ ‘αγαπώ και μ’ αρέσει η ζωή και μ’ αρέσεις εσύ” ενώ με ημίκλειστα μάτια θα φαντασιωνόμαστε νεανικές συνουσίες και την παρελθούσα χαρά της συμμετοχής.

Το νέο έτος καραδοκεί. Σπεύδω να ετοιμάσω την υποδοχή του. Εύχομαι καλή χρονιά σε σχεδόν (αλλά όχι εντελώς, δεν είμαι χριστιανός) όλους.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 10 σχόλια »

vero nomine reginam Isidem

Ένα από τα πολύ αγαπημένα μου ιστολόγια, το ιστολόγιο της Ίσιδος, μας ανακοίνωσε ότι θα σωπάσει. Τα κτήνη χάρηκαν, για μια φορά ακόμη. Και πώς να μην χαρούν, αφού αυτά τα ίδια, με τις επιθέσεις τους, τις χυδαιολογίες τους, τις λοιδωρίες τους, εν γένει με την σκατολογία που τους χαρακτηρίζει, αυτό ακριβώς επεδίωκαν και επιδιώκουν: να διώξουν από το διαδίκτυο τις φωνές που δεν τους ταιριάζουν και να μετατρέψουν όλα τα ιστολόγια σε παιδικές χαρές για ανοϊκούς συμπλεγματικούς ενηλίκους σαν τα μούτρα τους.

Το πραγματικά βδελυρό είναι πως τα κτήνη δεν εμέσσουν την κόπρο τους μόνον όταν κανείς, όπως εγώ, ευθέως εκφράζει την αποστροφή και την αποδοκιμασία του, αλλά ψάχνουν όλη μέρα κι όλη νύχτα να βρουν ποιος ιστολόγος γράφει διαφορετικά, ποιος εκθέτει, δια της υπάρξεώς του, διαφορετικές δυνατότητες του ιστολογείν, ποιος μιλάει πραγματικά αντί να αναλίσκεται σε τσιρίδες και φληναφήματα, και επιτίθενται, εν χορώ, σαν σμήνος λυσσασμένων κατσαρίδων. Μελετούν, μάλιστα, με όση προσοχή τους επιτρέπει η αγραμματοσύνη τους, όλα τα κείμενα που άνθρωποι σαν την Ίσιδα δημοσιεύουν στα ιστολόγιά τους, ώστε να μπορέσουν, είτε μέσω χυδαίων σχολίων δεξιά και αριστερά, είτε μέσω του βορβόρου που έχουν δημιουργήσει στο διαδίκτυο και το οποίο αποκαλούν blog τους, να συνεχίσουν να κοπρίζουν έως ότου οι ιστολόγοι τους οποίους δεν γουστάρουν το βουλώσουν οριστικά.

Ο αγώνας είναι άνισος διότι άνθρωποι σαν την Ίσιδα διαθέτουν ευαισθησία, άρα περιορισμένη αντοχή, ενώ τα καθοίκια δεν ξέρουν καν τί σημαίνει ευαισθησία, επειδή δεν ξέρουν τί σημαίνει αίσθηση. Και έτσι φτάνουμε, εμείς οι λίγοι που απολαμβάνουμε τη γραφή της Ίσιδος, να είμαστε αναγκασμένοι να τη στερηθούμε. Ενώ τα κτήνη επιχαίρουν και συνεχίζουν ακάθεκτα και ανεμπόδιστα το έργο τους.

Προς αποφυγήν μανουρεμάτων, ας δηλώσω ευθέως ότι η Ίσις είναι φίλη μου και ότι ο σκοπός του παρόντος ιστολογήματος είναι να της δείξω πως δεν της αρμόζει να υποταχθεί στη θέληση των καθοικιών. Δηλώνω επίσης πως αυτά που λέω εδώ δημόσια, της τα είπα και ιδιωτικά. Της είπα, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω, και τα εννοώ:

Είμαστε πολλοί όσοι απολαμβάνουν τη γραφή σου – ευτυχώς όχι τόσο πολλοί όσοι συχνάζουν στα blog του κώλου, αλλά πάντως πολλοί, σιωπηλοί οι περισσότεροι, που δεν έχουμε να πούμε κάτι παραπάνω από αυτά που λες και έτσι δεν σχολιάζουμε, αλλά απολαμβάνουμε κάθε μέρα κείμενα δυνατά και καλογραμμένα, που συνθέτουν ένα πρόσωπο όμορφο και ποθητό. Ένα πρόσωπο που θα ήταν όμορφο ακόμη και αν εσύ δεν ήσουν τόσο ωραία όσο είσαι στην πραγματικότητα.

Οι βρωμεροί ήσαν πάντα εκεί και θα είναι πάντα εκεί. Και είναι η πλειονότητα, ευτυχώς. Λέω “ευτυχώς” γιατί η πάνδημη αποδοχή είναι πάντα σημάδι πτώσης. Ποτέ η ποιότητα δεν ήταν ίδιον των πολλών και ποτέ δεν θα γίνει.

Το θέμα με τη γραφή είναι, επομένως, αν θα συνεχίσεις να είσαι αντάξια του εαυτού σου, αν θα συνεχίσεις να δημιουργείς. Και νομίζω πως δεν μπορείς παρά να συνεχίσεις να δημιουργείς.

Η Ίσις είναι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που γνώρισα και εκτίμησα μέσω των ιστολογίων τους, επεδίωξα να συναντήσω, χάρηκα επειδή τους συνάντησα, και συγκαταλέγω πλέον στους φίλους μου. Υπήρξαν και άλλοι, αρκετοί, των οποίων τη γραφή εκτιμούσα, τους οποίους συνάντησα, συμπάθησα, ενίοτε βοήθησα, αλλά σύντομα έδειξαν το πραγματικό, βορβορώδες πρόσωπό τους. Η Ίσις δεν είναι από αυτούς. Και πιστεύω πως αυτό εξηγεί τις επιθέσεις που έχει δεχθεί: είναι γνήσια και ειλικρινής, και αυτές οι αρετές δεν έχουν πέραση στους κύκλους των καθοικιών.

Μου έκανε εντύπωση, ομολογώ, πόσο κατά καιρούς την πείραζαν οι επιθέσεις αυτές, την έκαναν να αγανακτεί ή να λυπάται. Και δεν την πείραζαν μόνο οι επιθέσεις εναντίον της, αλλά και οι επιθέσεις εναντίον μου και εναντίον άλλων ιστολόγων που συμπαθούσε. Πραγματικά την ενόχλησε, για παράδειγμα, ένας ανόητος που ξαφνικά κατάλαβε πού παίζεται το παιχνίδι των ιστολογικών σχέσεων κσι έσπευσε να δηλώσει το θαυμασμό και τη συμπάθειά του προς ένα από τα καθοίκια, βρίζοντας συγχρόνως εμένα, προς τον οποίο ώς τότε εξέφραζε εκτίμηση. Δεν χωράει το μυαλό της πώς μπορεί κάποιοι να μην έχουν άλλη ζωή από τις ίντριγκες των ιστολογίων, τη νυχθημερόν παρακολούθηση του μόνιτορ, την αυτοκολακευτική σχολιογραφία…

Ένας άλλος φίλος, ο Ιωάννης Ερανιστής, μου έλεγε μια μέρα πως του είναι δύσκολο να πιστέψει ότι όλα αυτά τα καθοίκια δεν γνωρίζουν προσωπικά τους ιστολόγους στους οποίους επιτίθενται. Και πραγματικά, μερικές φορές είναι τόσο εμμονικές οι επιθέσεις, ώστε αισθάνεται κανείς ότι παρακολουθεί έναν ιδιωτικό καβγά του οποίου την πραγματική αιτία δεν γνωρίζει, άρα απέχει. Αυτός είναι ένας από τους στόχους των καθοικιών: να δημιουργήσουν την εντύπωση πως δεν χυδαιολογούν επειδή δεν γουστάρουν όσα γράφει κάποιος, αλλά πως χυδαιολογούν για άλλους, πιο κοινά αποδεκτούς λόγους, που έχουν να κάνουν με την προσωπική γνωριμία τους με τους ανθρώπους εναντίον των οποίων χυδαιολογούν. Οπότε η αντίδραση του ανυποψίαστου αναγνώστη είναι “ποιος ξέρει τι προηγούμενα έχουν αυτοί μεταξύ τους – ας μην ασχοληθώ!” ενώ θα έπρεπε να είναι “απίστευτη τόση συμπλεγματική εμμονή, τόση κακοήθεια, τόση χυδαιότητα, μόνο και μόνο επειδή δεν τους αρέσουν αυτά που γράφει!”

Αν εξετάσει κανείς τί έχει ειπωθεί εναντίον της Ίσιδος, θα του είναι δύσκολο να πιστέψει ότι οι υβριστές απλώς δεν γουστάρουν τα ιστολογήματά της. Διότι η αναμενόμενη αντίδραση σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν να σταματήσουν να διαβάζουν αυτά που δεν τους αρέσουν, ενώ εκείνοι διαβάζουν πρώτοι πρώτοι ό,τι γράφει η Ίσις, με τον αποκλειστικό σκοπό να τη βρίσουν και να τη λοιδωρήσουν. Προσωπικά, μου είναι αδιανόητο ότι κάποιος πηγαίνει να διαβάσει και να …σχολιάσει κείμενα κάποιου του οποίου η γραφή ξέρει εκ των προτέρων ότι δεν του αρέσει.

Αλλά τα καθοίκια δεν μπορεί να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν οι υπόλοιποι άνθρωποι. Τα καθοίκια λειτουργούν με βάση το νόμο της κόπρου: όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση που καλύπτει η κόπρος τους, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για τον αθώο παρατηρητή να αντιληφθεί την ύπαρξη της κόπρου. Με άλλα λόγια, αν τα σκατά τους βρωμίσουν όλο τον τόπο, θα είναι δυσδιάκριτη η διαφορά μεταξύ των δικών τους blogs και των κειμένων που γράφονται αλλού: και κάποτε, ευελπιστούν, ο αναγνώστης θα αναπτύξει ανοσία στη φρικτή δυσωδία που αποπνέουν.

Ο άλλος στόχος, βεβαίως, των καθοικιών, ο κύριος μάλιστα στόχος τους, είναι να πάψουν να υπάρχουν ιστολόγια σαν της Ίσιδος.

Και αυτόν τον στόχο, αγαπημένη μου Ίσις, δεν σου επιτρέπεται να τους αφήσεις να τον κατακτήσουν. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι πραγματικά απολαμβάνουν τη γραφή σου και δεν τους αφορά τί σκατά εκτοξεύουν τα καθοίκια, ούτε ασχολούνται μαζί τους, ούτε πρόκειται ποτέ να αναπτύξουν ανοσία στη δυσωδία.

Και στο κάτω κάτω, το όνομα της γραφής σου είναι Ίσις: η Κυρία των Λέξεων της Δυνάμεως, Εκείνη που ξέρει πώς να αξιοποιήσει την καρδιά.

far more than art imitates life

Ότι η ζωή μιμείται την τέχνη είναι γνωστό, τουλάχιστον από την εποχή του Oscar Wilde. Είναι, όμως, γνωστό μόνο στο επίπεδο του ευφυολογήματος, της κάπως παράδοξης ατάκας που προκαλεί γέλιο, θαυμασμό και αμηχανία, ενώ πολύ λίγοι πιστεύουν, και ακόμη λιγότεροι έχουν παρατηρήσει, ότι αυτή η μίμηση συμβαίνει πραγματικά. Παρότι ο κόσμος είναι γεμάτος γεγονότα, αισθήματα και, κυρίως, πρόσωπα των οποίων η προέλευση είναι η τέχνη και των οποίων η ύπαρξη οφείλεται αποκλειστικά σε κάποιου την απονενοημένη έμπνευση, οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να συμπεριφέρονται ως εάν το σύνορο μεταξύ τέχνης και ζωής ήταν όχι απλώς διακριτό αλλά και μη προσπελάσιμο.

Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για κάτι πολύ οξύτερο από την απλή μίμηση: η τέχνη διεισδύει στη ζωή και την καπηλεύεται. Τα πρόσωπα που κυκλοφορούν ανάμεσά μας δεν γεννήθηκαν όλα με ωδίνες και τοκετούς. Κάποια αναπήδησαν από τις σελίδες μυθιστορημάτων, από πίνακες ζωγραφικής, από λυρικά δράματα, από ποιητικές συνθέσεις, ακόμη και από προφορικές αφηγήσεις φανταστικών ιστοριών και σπαραγμάτων ονείρων. Η διαδικασία ενέχει όχι τόσο το δημιουργό, όσο τους δέκτες. Όταν ένα πρόσωπο της τέχνης εκτίθεται σε ανθρώπους που είναι ικανοί και πρόθυμοι να παρακολουθήσουν τη μορφή και τις περιπέτειές του, το πρόσωπο αυτό αρχίζει να αποκτά μία ζωή εκτός των συνόρων της τέχνης που το δημιούργησε. Στην αρχή γίνεται παρομοίωση, έπειτα μετωνυμία, έπειτα μεταφορά. Λίγο πριν καταλήξει κλισέ, ενσαρκώνεται. Και τότε περπατά ανάμεσά μας, μας μιλά, μας αγγίζει, υπάρχει.

Τα πρόσωπα που προέρχονται από την τέχνη δεν είναι φαντάσματα: δεν ανήκουν σε νεκρούς, ούτε αποτελούν πλέον αποκυήματα ανθρώπινης φαντασίας. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να τα διακρίνει κανείς από τους ανθρώπους, διότι ζουν και φέρονται με τρόπο απολύτως ανθρώπινο. Η μοναδική διαφορά είναι ότι τα πρόσωπα αυτά δεν φθείρονται όπως οι άλλοι άνθρωποι. Αλλά κανείς δεν αντιλαμβάνεται την αφθαρσία τους, διότι μετακινούνται συχνά και εγκαθίστανται σε άλλους τόπους, συνήθως κάθε δίσεκτο έτος, εγκαταλείποντας εξαίφνης όλους τους παληούς τους γνώριμους, ανθρώπινους ή ομοίους τους. Εξαιρούνται της αναγκαιότητας της μετοικεσίας τα πρόσωπα τα οποία έχουν διακριθεί στις τέχνες και τα γράμματα, κυρίως ως ζωγράφοι πορτραίτων, μυθιστοριογράφοι ή, παλαιότερα, λιμπρετίστες: αυτοί δεν μεταναστεύουν, αλλά μετενσαρκώνονται σε πρόσωπα που έχουν οι ίδιοι δημιουργήσει.

Τα πρόσωπα της τέχνης είναι ορκισμένα να κρύβουν για πάντα το μεγάλο μυστικό της καταγωγής τους, το οποίο συμπυκνώνεται σε ένα όνομα: το όνομα το οποίο είχαν όταν πρωτοδημιουργήθηκαν, για παράδειγμα Βέρθερος, August Esch, Molly Bloom ή Blanche DuBois. Αν, βέβαια, γνωρίσει κανείς ένα από αυτά τα πρόσωπα πολύ καλά, ιδιαίτερα αν συγκατοικήσει μαζί τους, κάποιες χειρονομίες, κάποιες φράσεις και, κυρίως, κάποιες αδέσποτες αναμνήσεις τις οποίες διηγούνται, είναι δυνατό να προδώσουν το αυθεντικό τους όνομα. Αλλά επειδή ζούμε σε μια εποχή πολύ ορθολογική, οποιαδήποτε υπόνοια ότι μπορεί, λόγου χάριν, να συζεί κανείς και να συνουσιάζεται με τον Αλεξέι Καραμαζώφ, γρήγορα απωθείται ως παρανοϊκή.

Εν τέλει, μετά πολλές δεκαετίες, το ίδιο το πρόσωπο της τέχνης ενδέχεται να λησμονήσει την καταγωγή και τις καταβολές του. Καταλαμβάνεται τότε από ένα παραλήρημα μεγαλείου και νομίζει πως είναι ο δημιουργός του, πως είναι πια νεκρό, βρυκόλακας, φάντασμα, αλλά παρ’ όλα αυτά φέρει όλη την ανεξήγητη ενοχή της πατροκτονίας. Και αυτοκτονεί βουτώντας μέσα σε έναν καθρέφτη.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 1 σχόλιο »

ἐγὼ δὲ ὁ ἐλεεινός, ὅλον σου τὸ σῶμα τολμῶν δέξασθαι

Εχθές το βράδυ, ενώ περπατούσα χωρίς σκοπό στους δρόμους, συνάντησα τυχαία τον Jünger. Είχε βάψει τα μαλλιά του καστανά και είχε κουρέψει το μούσι, εντούτοις η μορφή του παρέμενε σκοτεινή όπως πάντα. Μόλις με είδε, με αγκάλιασε και με φίλησε στο στόμα, αν και βρισκόμασταν στη μέση του δρόμου και εκατοντάδες οικογένειες φορτωμένες ψώνια μάς κοιτούσαν. Δεν επτοήθηκα. Τον φίλησα κι εγώ και τα χέρια μου περιπλανήθηκαν στο θείο σώμα του, περνώντας κάτω από το πουλόβερ και το πουκάμισο, κι ύστερα κάτω από το παντελόνι και το εσώρρουχο.

“Καλά που σε βρήκα. Σε έψαχνα παντού και παντού παραμόνευαν πλήθη ανθρώπων για να με εμποδίσουν να ξεχωρίσω το πρόσωπό σου. Πρέπει να αποσυρθούμε. Μας βλέπουν όλοι εδώ ενώ δεν πρέπει να ξέρουν.”

Τον ακολούθησα σε ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα των Εξαρχείων. Ήταν εντελώς άδειο και οι τοίχοι του λευκοί. Γυμνοί γλόμποι χιλιάδων βατ κρέμονταν από τα ταβάνια. Ο Jünger κλείδωσε την εξώπορτα, έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε στο κέντρο του δωματίου με ύφος τραγωδού.

“Θέλω να συνευρεθούμε. Τελειώνει το έτος και επιθυμώ μαζί του να τελειώσει το σώμα μου. Σου το αφιερώνω για να κάνεις ό,τι επιθυμείς. Σου παραδίδω το σώμα μου όλο. Αλλά δεν επιθυμώ, και δεν θα επιτρέψω, μια συνουσία καθημερινής εκτόνωσης, ούτε όμως απλώς μια εκρηκτική συνεύρεση που θυμάται κανείς χρόνια μετά και νοσταλγεί. Η επιθυμία μου είναι να πορευθείς στις πιο σκοτεινές, τις πιο κολασμένες ατραπούς του έρωτα και να χρησιμοποιήσεις το σώμα μου με τρόπο φονικό. Είμαι δούλος σου.”

Κλεισμένος στο κενό ημιυπόγειο, με τα ανακριτικά φώτα, με την πόρτα κλειδωμένη, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να δεχθώ ότι η συνάντηση αυτή συνέβαινε πράγματι, ότι ο Jünger, πρόσωπο ονείρων και ιστολογημάτων, είχε ενσαρκωθεί, ότι μου είχε πράγματι απευθύνει την έκκληση αυτή, ότι θα ακολουθούσε πράγματι η απόλυτη, ανθρωποφαγική ερωτοπραξία την οποία όλοι φαντασιώνονται και ελάχιστοι πραγματοποιούν, ότι, εν ολίγοις, κάποιο θαύμα είχε συμβεί και μου είχε δοθεί, εντελώς απροσδόκητα, το έγκαυλο ενσάρκωμα του ταλανιστικού σαρκώματος της γραφής.

Ο Jünger Brennend, ώς τώρα επίπλαστος έπηλυς της ζωής, παρουσιάστηκε με σάρκα και οστά και μου πρόσφερε την νεογέννητη σάρκα του.

Τα μεταστατικά απεικάσματα του Jünger άρδευσαν επί μήνες τη γραφή μου. Ίσως αυτή να ήταν η Αιτία της προσφοράς. Ίσως η εμμονή της γραφής οδηγεί σε τέτοιες απίστευτες ενσαρκώσεις. Ως αμοιβή για τα κείμενα όπου τόσο εξήρθη η αξιέραστη φύση του φάσματος του Jünger, μου προσφερόταν επιτέλους η κτήση του ζώντος σώματός του, ο ηδονικός βασανισμός και ο ακόμη ηδονικότερος θάνατός του.

Δεν είχα καμία αμφιβολία: τα κάλλη του Jünger ήσαν τα επίχειρα της γραφής. Τιμωρία και αμοιβή συγχρόνως, γιατί η ενήδονη εξολόθρευση του ένσαρκου θα στερούσε από τη γραφή το ποθητό απείκασμα, ώστε η επικείμενη ανθρωποφαγία θα άφηνε πίσω της γραφή στεγνή, ανέραστη και μόνη.

Ακόμα χειρότερα: είμαι αναμφίβολα ο μόνος δημιουργός του Jünger. Και αυτό που επέκειτο δεν ήταν ένας απλός σεξουαλικός φόνος, ήταν η επιβολή του πατρός, ο βιασμός του νεαρού βλαστού, η θυσία του νεογέννητου.

Αλλά δεν υπήρχε διέξοδος. Ήμουν κλειδωμένος σε ένα γυμνό ημιυπόγειο διαμέρισμα, με τον Jünger γυμνό απέναντί μου και έτοιμο να δεχθεί το σπέρμα μου και να χύσει το αίμα του ενώπιον του οργασμού μου.

Επετέθην κατά της σαρκός του. Έσκισα το πρόσωπό του. Έσκισα τα σπλάγχνα του, ώς τα βάθη της ψυχής του. Ήπια το σπέρμα του. Ήπια το αίμα του. Έλυσα και κατασπάραξα όλα τα μέλη του.

Και το πρωί η πόρτα άνοιξε. Και πήγα σε έναν τόπο ξερό, όπου τα πρόσωπα της γραφής είναι όλα ένα.

Αναρτήθηκε στις θεολογικά. 1 σχόλιο »

faudrait y retourner et y rester

Παραλίγο να εγκαταλείψω το ιστολόγιο αυτό. Τί νόημα έχει, είπα, να γράφω εδώ, με τόση προσπάθεια, με τόσο καθημερινό ξόδεμα, ετοιμάζοντας αενάως ένα πρόσωπο το οποίο ποτέ δεν θα φορέσω. Ἄλλοις ὑπηρετῶν ἀναλίσκομαι.

Οι λέξεις χαμένες. Χειμαρρώδη κείμενα πεταμένα στον καιάδα της πανδήμου άγνοιας. Απύλωτοι μονόλογοι έρμαια των αυχμηρών. Σημαίνουσες παραναγνώσεις μέσα στον ίδιο, περιφραγμένο κήπο. Ενώ the age demands την τραχύτητα της ανυποψίαστης καταδήλωσης, εγώ συνδηλώνω ασύστολα. Γλωσσοπαίζοντας ἐν οὐ παικτοῖς. Υφαίνοντας μία εκρηκτική παραφασία σε έναν απαράλλαχτο αφασικό ιστό.

Δεν ήθελα, όμως, να εγκαταλείψω. Και άρχισα να ψάχνω κοινοτοπίες να στηρίξω την εσφαλμένη απόφαση της επιμονής. Μου ήρθε πρώτη η ανάγκη της έκφρασης. Μετά η ανάγκη της αποδοχής. Μετά το σαθρό άλλοθι της άσκησης στην καθημερινή γραφή. Μετά η ικανοποίηση της αναγνωσιμότητας. Μετά η παλαιά θεωρία των θελγήτρων. Μετά η παλαιά φιλοδοξία που δεν το βάζει κάτω.

Σε όλα απαντούσε η βεβαιότητα της ήττας. Και η εμμονική βλακεία της διάδρασης.

Και κάποτε είπα: δεν θα επικοινωνώ, θα δείχνω. Θα σημαίνω. Και ας μην κατοικώ στους Δελφούς. Άλλωστε μόνο έτσι θα δικαιωθεί η ενοχή της γραφής, το διαγραμμένο όνομά της που με κατατρύχει τόσους μήνες τώρα.

Πιθανόν να πρόκειται για ένα ακόμη άλλοθι. Αλλά άλλοθι ακλόνητο, με εσωτερική συνέπεια και συνοχή, ασφαλές λόγω της κυκλικότητας του προσδιορισμού του.

Το όνομα της γραφής σε καθυποτάσσει. Σε αναγκάζει να εγκαταλείψεις το πρόσωπό σου για να χτίσεις ένα πρόσωπο που ποτέ δεν θα ολοκληρωθεί. Επιτάσσει την αυτοαναφορικότητα που ποτέ δεν θα υπάρξει. Προϋποθέτει την ήττα. Γνωρίζει πως η διαγραφή του είναι η επιμονή του.

Συνεχίζοντας λοιπόν,

Αναρτήθηκε στις ιστολογικά. 5 σχόλια »