παλιοτόμαρα μιᾶς εὐτυχίας πέμπτου ἢ ἕκτου ὀρόφου

Πληθαίνουν οι φίλοι που φορτώνονται ένα στεγαστικό δάνειο επιπροσθέτως των οφειλών τους στις κάρτες. Ετοιμάζονται να αποκατασταθούν. Να μετακομίσουν σε νεόδμητα ιδιόκτητα διαμερίσματα. Να καρφώσουν τη ζωή τους στα ντουβάρια.

Πάει, αυτό ήταν. Τώρα να εντοιχίσουμε την ευτυχία μας στην κουζίνα. Να προετοιμάσουμε το παιδικό δωμάτιο του θανάτου μας. Για σιγουριά, να τοποθετήσουμε σε αυτήν την εσοχή ένα ετοιμοπαράδοτο μαντεμένιο τζάκι.

Ο παραγκωνισμός της ευδαιμονίας ταυτίζεται με την ωριμότητα, ηλικιακή και μικροαστική. Ορίζονται προτεραιότητες: το στεγαστικό, οι λογαριασμοί, ο εξοπλισμός του σπιτιού, το μέλλον, ο αγώνας για μία καλή σύνταξη, καλά στερνά να έχουμε. Μόνη υπερβολή η τηλεόραση, τριάντα ιντσών και βάλε, με σύστημα ήχου, με dvd εγγραφής, με δορυφορικό πιάτο στο μπαλκόνι. Έτσι πιστοποιείται ο ενταφιασμός της νεότητας, η υποκατάσταση της περιπέτειας, η εξουδετέρωση της νύχτας.

Πρωινό ξύπνημα με πυτζάμες. Άναμμα θερμοσίφωνα. Κουζίνα. Ο καφές έτοιμος στην προγραμματισμένη καφετιέρα. Ψωμί για τοστ στην απαστράπτουσα φρυγανιέρα. Μαρμελάδα. Ζάπινγκ στις ενημερωτικές εκπομπές για ένα τέταρτο. Ντους. Ντύσιμο. Αναχώρηση για τη δουλειά.

Επιστροφή το απόγευμα. Παντόφλες. Ίντερνετ, πιθανόν. Τηλεόραση, οπωσδήποτε. Φίλοι καλεσμένοι “για ένα κρασάκι”. Ταινία με πολλά εφέ στο dvd. Συζήτηση περί της ποιότητας της οθόνης, περί της ποιότητας του ήχου, περί των νέων κινητών της παρέας. Αναχώρηση των φίλων κατά τις εντεκάμιση. Παρακολούθηση σήριαλ από τον καναπέ. Για να χαλαρώσουμε. Ύπνος.

Το Σαββατοκύριακο εκδρομή. Σε έναν ωραίο ξενώνα σε ένα μακρινό χωριό. Με τζάκι και έπιπλα ρουστίκ. Παραδοσιακό. Να ξεσκάσουμε, βρε αδερφέ. Με μπριζόλες στα κάρβουνα ή με φρέσκο ψάρι. Και αν δεν πιούμε πολύ, ακολουθεί και σεξ δωδεκάμιση λεπτών στο κρεβάτι με την καρό κουβερτούλα. Με το τζάκι αναμμένο, όπως στις ταινίες. Το βράδυ της Κυριακής, κουρασμένοι, ξαπλώνουμε στους καναπέδες και βλέπουμε τηλεσόου και τηλεπαιχνίδια.

Γιατί; Η δική σου ζωή είναι καλύτερη; Δεν βαρέθηκες ακόμη τις διασκεδάσεις, τα μπαρ, τα ξενύχτια; Δεν σε κοιτάνε περίεργα όταν εμφανίζεσαι, σαραντάρης πια, στα κλαμπ; Και κυρίως, δεν ντρέπεσαι να μη σου μένει φράγκο στο τέλος κάθε μήνα, να σε κυνηγάνε οι τράπεζες, να μην έχεις να πληρώσεις το ρεύμα, να μην έχεις ένα σπίτι, να καθυστερείς τα κοινόχρηστα; Και από την άλλη να κάνεις 300 Ευρώ λογαριασμό στα μπαρ και να ξαναχρεώνεις τις κάρτες στο χόντο και στα ρουχάδικα;

Δεν ξέρω. Νομίζω πως είναι καλύτερη η δική μου ζωή. Για όσο κρατήσει. Όπως όπως. Με τη μόνιμη αίσθηση του προσωρινού.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 11 σχόλια »

suppressed impingement

.

.

.

.

.

.

.

Αναρτήθηκε στις άμβροτος. Leave a Comment »

τί κάλπικος παράς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμμα

Το μήνυμα που έλαβα στο κινητό μου είχε προφανώς πολλαπλούς αποδέκτες, αν και δεν προερχόταν από υπηρεσία ενημέρωσης: “Που να στα λεω. Ειδε μια γκαλεριστα κατα τυχη τα σχεδια που κανω οταν βαριεμαι στα meeting στο γραφειο και θα μου κανει εκθεση. Στο Λονδινο την αλλη βδομαδα. Δεχομαι συγχαρητηρια.”

Αποστολέας ένας παληός συμμαθητής, τον οποίο θα είχα ξεχάσει αν δεν επέμενε εκείνος να μου τηλεφωνεί όλα αυτά τα χρόνια. Κάθε φορά που εμπνέεται κάποια καινούρια επιτυχία του, αρχίζει τα τηλέφωνα και τα SMS. Και δεν πτοείται ποτέ.

Στο σχολείο ήταν ένας μετριότατος μαθητής, ασχημούτσικος, χωρίς παρέες, χωρίς έρωτες. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί το κουσούρι του, ίσως γιατί κανείς ποτέ δεν του μιλούσε. Αλλά δεν ήταν σαν τις δύο σπασίκλες της τάξης, οι οποίες αξιοποιούσαν την απομόνωσή τους διαβάζοντας σαν τρελές για να μπούνε πρώτες στο πανεπιστήμιο. Αυτός ήταν ο μόνος συμμαθητής μου που απέτυχε τόσο παταγωδώς στις εξετάσεις, ώστε δεν μπήκε ούτε στη Σχολή Πεντικιούρ των Πέρα Γκραβάρων.

Όταν ήμουν είκοσι ετών, και ενώ είχα ξεχάσει την άθλια ύπαρξή του, μου τηλεφώνησε η μάνα μου και με ένοχο ύφος μου είπε: “παιδί μου, συγγνώμη, έδωσα το τηλέφωνό σου σε ένα συμμαθητή σου.” Της είχα πει ότι δεν έπρεπε να δίνει το τηλέφωνό μου πουθενά, εξ ου και η ενοχή της. “Με είχε πρήξει παιδάκι μου, με έπαιρνε τρεις τέσσερις φορές την ημέρα, δεν άντεχα άλλο.”

Από το ίδιο βράδυ, άρχισαν τα τηλεφωνήματα του παληού συμμαθητή. Και όλα του τα τηλεφωνήματα είχαν το ίδιο θέμα, την ίδια πρόθεση.

“Γεια σου Γιώργο, πώς πάει; Εγώ είμαι στο Χάρβαρντ, σπουδάζω Ιατρική, αλλά έχω έρθει για λίγες μέρες στην Αθήνα…”

(μα αφού ούτε το λόουερ δεν είχε πάρει, πώς πήγε στο Χάρβαρντ;)

“Γεια σου Γιώργο, σου τηλεφωνώ από το Κέμπριτς, όπου κάνω πλέον διδακτορικό στη φιλοσοφία του δικαίου.”

(μα ιατρική δεν σπούδαζε στην Αμερική;)

“Γεια σου Γιώργο, έμαθα ότι άλλαξες δουλειά. Και εγώ σκέφτομαι μια πρόταση που έχω να αναλάβω τη διεύθυνση του παραρτήματος της εταιρείας όπου δουλέυω στο Παρίσι.”

(μα δεν ήταν καθηγητής πανεπιστημίου την τελευταία φορά που μιλήσαμε;)

“Γιώργο, μετακόμισες στην Πλάκα, έμαθα. Και εγώ εκεί δίπλα μένω τώρα ξέρεις, εδώ και δύο χρόνια, σε ένα νεοκλασικό, διώροφο. Το διακόσμησα μόνος μου και μάλιστα μου το φωτογράφισε το Architectural Digest.”

(μα δεν έμενε στο Μπουρνάζι με τη μαμά, το μπαμπά και τα δύο αδέλφια του;)

“Γεια σου Γιώργο, ήθελα να σου εξομολογηθώ ότι και εγώ είμαι gay. Μάλιστα παντρεύτηκα με τον αγαπημένο μου πριν δυο μήνες, στην Ολλανδία.”

(μα για όνομα του θεού! Αυτός δεν είχε αρραβωνιαστεί με μια γειτόνισσα, μετά από επιμονή των γονέων;)

“Γιώργο, δε στα ‘πα! Άνοιξα και εγώ blog, και μάλιστα μου ζήτησαν οι εκδόσεις Ίκαρος να το εκδώσουν, αλλά δεν έχουμε συμφωνήσει ακόμη στα λεφτά. Είκοσι χιλιάδες ευρώ προκαταβολή και 25% ποσοστά είναι καλά;”

(μα εκδίδει ο Ίκαρος blook? Και εγώ που τους είχα για συντηρητικούς…)

“Γιώργο, έγινα γραμματόσημο! Σου στέλνω γράμμα να το δεις!”

‘Οταν κάποτε έτυχε να συναντήσω και άλλους παλαιούς συμμαθητές, διαπίστωσα ότι ο συγκεκριμένος ενημέρωνε, με την ίδια επιμέλεια, τους πάντες για τις πολλαπλές επιτυχίες του. Κανείς δεν τον πίστευε, βεβαίως, αλλά και κανείς δεν του έλεγε κατάμουτρα, ούτε καν υπονοούσε, ότι το είχε παρακάνει και είχε καταντήσει γραφικός τύπος.

Πριν από λίγες μέρες, όμως, χρειάστηκε να πάω στα κεντρικά γραφεία της ΕΥΔΑΠ. Μου είχε έρθει ένας υπέρογκος λογαριασμός νερού και ήθελα να ζητήσω να διερευνηθεί.

Πρώτη μούρη στα γραφεία της ΕΥΔΑΠ, επί της υποδοχής, ήταν ο συμμαθητής μου ο ψεύτης. Δεν φορούσε Αρμάνι, μάλλον με γκλου έμοιαζε το κουστουμάκι του, και είχε ένα ύφος φοβισμένο, σαν να επρόκειτο να τον δείρουν όλοι οι καταναλωτές που περίμεναν να του μιλήσουν.

Έφυγα πριν με δει και με αναγνωρίσει. Καλύτερα, σκέφτηκα, να μην επιτρέψω να εκτεθεί έτσι…

Εχθές το βράδυ μου τηλεφώνησε αναπάντεχα ο φίλος Φώτης, συμμαθητής και αυτός από το σχολείο. “Έμαθες τα νέα;” με ρώτησε. Και εγώ υπέθεσα ότι θα είχε λάβει και αυτός το SMS για την έκθεση στο Λονδίνο.

“Για την έκθεση στο Λονδίνο, μιλάς; Το ξέρουμε ότι έχει μια μυθομανία ο άνθρωπος, αλλά δεν μας ενοχλεί σε τίποτε. Και ούτε μπορούμε να ξέρουμε τί τον έσπρωξε ώς εκεί!”

“Ποια έκθεση στο Λονδίνο, ρε κακομοίρη; Το ξέρεις ότι δικό του είναι το blog που σε θάβει καθημερινά; Και ότι έχει στείλει μέηλ στη δουλειά σου όπου σε κατηγορεί για παιδεραστία; Και ότι διαδίδει πως απατάς το Γ. μαζί του;”

“Ε και; Και αν ακόμη τα λέει αυτά, κανείς δεν τον πιστεύει…”

“Κούνια που σε κούναγε, κακομοίρη. Δεν τον ξέρουν όλοι από μικρό!”

Αναρτήθηκε στις χυμώδη. 2 σχόλια »

the ersatz petals drip, and they drip red

Η τελευταία ενσάρκωση του Volksgerichtshof αποφασίζει ότι ο Αλέκος Γιωτόπουλος δεν δικαιούται να διορίσει τους συνηγόρους του.

Ο κατηγορούμενος οφείλει να αποδεχθεί τους συνηγόρους που αυτεπάγγελτα διορίστηκαν.

Και αν δεν του αρέσει, ας το είχε σκεφτεί πριν καταργήσει τους δικηγόρους του.

Η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει, και ούτε θα μπορούσε άλλωστε, διότι οι αποφάσεις του δικαστηρίου δεν προσβάλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Με άλλα λόγια, εντελώς ανεξάρτητα η δικαιοσύνη αποφασίζει ποια δικαιώματα θα καταργήσει και ποιους νόμους θα εφαρμόσει κάθε φορά.

Το γεγονός ότι η νομοθετική εξουσία σπεύδει, όποτε χρειαστεί, να διευκολύνει το έργο της δικαιοσύνης με τα κατάλληλα νομοθετήματα δεν αναιρεί την ανεξαρτησία ούτε της δικαιοσύνης ούτε του κοινοβουλίου. Άλλωστε, ο στόχος είναι κοινός: war on terrorism.

Αναρτήθηκε στις μυθολογούμενα. 4 σχόλια »

le charme indiscret …

Το σπίτι της φίλης Ιουλίας είναι υπέροχο. Μονοκατοικία, με κήπο ολόγυρα, με έπιπλα διαλεγμένα ένα ένα, με χειροποίητα χαλιά, με κρυστάλλινους πολυελαίους, με μαρμάρινα μπάνια, με εξαιρετικές αντίκες. Μας έκανε, για μια ακόμη φορά, την τιμή να μας καλέσει για φαγητό.

Φτάσαμε κατά τις εννιάμιση και η Ιουλία μας υποδέχθηκε, όρθια στην πόρτα, την οποία είχε ήδη ανοίξει το προσωπικό, με δυο ποτήρια ροζ σαμπάνια: “Καλώς ήρθατε, χρυσά μου. Πιείτε λίγη σαμπάνια. Περάστε.”

Καθήσαμε στο σαλόνι πλάι στο τζάκι, σε ένα μικρό καναπέ, μαζί με τον κατάξανθο γάτο της Ιουλίας. Οι λοιποί καλεσμένοι, ευτυχώς δύο μόνο, είχαν ήδη φθάσει και διαφωνούσαν εντόνως για την αξία μιας θεατρικής παράστασης που και οι δύο είχαν δει την περασμένη εβδομάδα. Η Ιουλία μάλλον βαριόταν, δεν συμμετείχε στην κουβέντα, προσπαθούσε μάταια να δείξει ότι δεν την ενδιέφερε, τελικά διέκοψε τους περιπαθείς συνομιλητές ανακοινώνοντας πως το φαγητό θα είναι έτοιμο σε μισήν ώρα. Αμέσως μετά, μου έδωσε ένα ακόμη μπουκάλι σαμπάνια να ανοίξω και σέρβιρε σε όλους μας.

“Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θα πρέπει να μιλάμε για αυτήν την κακή θεατρική παράσταση, ενώ μπορούμε να απολαύσουμε τη σαμπάνια μας και να πούμε κάτι ευχάριστο” είπε η Ιουλία. “Αλήθεια, πήγατε στην έκθεση του Γκίκα στο Μπενάκη;”

Όλοι είχαν πάει, εκτός από το Γ. και εμένα.

“Πρέπει να πάτε, οπωσδήποτε. Θα δείτε πόσα διαφορετικά πράγματα έκαμε αυτός ο άνθρωπος, πόσο πραγματικά προχώρησε την τέχνη του – όχι σαν τον Φασιανό!”

Αλήθεια, σκέφτηκα, δεν πηγαίνουμε συχνά σε εκθέσεις πια. Άπλωσα το χέρι, βούτηξα το μπουκάλι της σαμπάνιας και ξαναγέμισα το ποτήρι μου.

“Georges, πρέπει να μου λες ποια ποτήρια είναι άδεια ώστε να τα γεμίζω. Δεν βλέπω πολύ καλά, αλλά είμαι άσχημη με τα γυαλιά και δεν πρόκειται να τα φορέσω. Πιείτε, πιείτε. Εγώ πάω να δω το φαγητό.”

Με τα λόγια αυτά, η Ιουλία σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Επέστρεψε μετά τρία λεπτά, κρατώντας ένα ακόμη μπουκάλι σαμπάνια.

“Το φαγητό θα είναι έτοιμο σε μισήν ώρα,” μας ανακοίνωσε για δεύτερη φορά.

“Κουρασμένος φαίνεσαι, Georges. Μη μου πεις ότι δουλεύεις ακόμη σε κείνους τους άθλιους αγροίκους που σε βασανίζουν… Να φύγεις αμέσως.”

“Θα φύγω σε λίγες μέρες, Ιουλία μου, το έχω προγραμματίσει. Δεν ξέρω βέβαια τί θα κάνω στη συνέχεια, αλλά θα φύγω οπωσδήποτε.”

“Μπράβο. Να φύγεις. Τί σημασία έχουν τα λεφτά εάν δεν περνάς καλά; Πιες λίγη σαμπάνια, χρυσό μου.”

Ήπια λίγη σαμπάνια. Για μια ακόμη φορά, οι καλεσμένοι της Ιουλίας ήσαν άνθρωποι τους οποίους σόκαρε η ιδέα ότι άλλοι άνθρωποι, καλεσμένοι στο ίδιο τραπέζι, είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν. Εκτός από το Γ., εμένα, και το προσωπικό, κανείς άλλος σε αυτό το σπίτι δεν είχε χρειαστεί να δουλέψει ποτέ στη ζωή του. Οι ασχολίες τους, αν και πολυποίκιλες, δεν είναι βιοποριστικές. Η Ιουλία ζωγραφίζει, η Μερόπη τρέχει σε σεμινάρια ευδαιμονίας ανά τον κόσμο, ο Ριχάρδος συλλέγει αντίκες. Επίσης, πηγαίνουν σε εκθέσεις, παραστάσεις, διαλέξεις, πάρτυ και ταξιδεύουν σχεδόν συνεχώς.

“Μεγάλη συμφορά πάντως που έκλεισε το Grande Dame – ήταν παρήγορο να έχουμε ένα champagne bar της προκοπής στην Αθήνα,” είπε η Μερόπη καθώς ο Ριχάρδος άνοιγε το επόμενο μπουκάλι σαμπάνια.

“Μα δεν θα ξανάνοιγε στη Δεξαμενή; Έτσι είχα ακούσει…” είπε η Ιουλία. “Αλλά θα με συγχωρήσετε τώρα λίγο, πρέπει να επιβλέψω το φαγητό.”

Όσο περιμέναμε να επιστρέψει η Ιουλία, προσπάθησα να αποφύγω οποιαδήποτε συζήτηση με τους εμβρόντητους καλεσμένους. Δεν ήθελα να μιλήσω ούτε για τη συμφορά που μας βρήκε όταν έκλεισε το Grande Dame, ούτε για την φρικτή αναγκαιότητα του βιοπορισμού. Ευτυχώς, η Μερόπη είχε πολλά να πει για το τελευταίο σεμινάριο ευτυχίας που είχε παρακολουθήσει σε κάποιο μακρινό νησί και όταν έφτασε περιχαρής η Ιουλία ήμασταν όλοι φαινομενικά απορροφημένοι στην ανάλυση των ηλιακών μας κέντρων την οποία είχε ξεκινήσει η Μερόπη.

“Το φαγητό θα είναι έτοιμο σε δέκα λεπτά” μας ανακοίνωσε αυτή τη φορά η Ιουλία. Η αλήθεια είναι πως πεινούσαμε, η ώρα ήταν ήδη εντεκάμιση και η ανυπομονησία ήταν γενικευμένη.

“Μέχρι να τελειώσουμε και αυτό το μπουκάλι, το δείπνο θα έχει σερβιριστεί,” μας καθησύχασε η οικοδέσποινα.

Πράγματι, τρία τέσσερα ποτήρια σαμπάνια αργότερα, ακολουθήσαμε την Ιουλία στην τραπεζαρία. Παρά τη χλιδή του περιβάλλοντος και τον πλούτο της οικοδέσποινας, το δείπνο ήταν μάλλον απλό: σαλάτες, μπιφτέκια, λουκάνικα και ζυμαρικά. Στη συνέχεια, τυριά και γλυκά. Με συνοδεία ελληνικό chardonnay.

Σηκωθήκαμε από το τραπέζι φουσκωμένοι και μεθυσμένοι και το προσωπικό μας οδήγησε σε ένα άλλο σαλόνι, όπου είχε σερβιριστεί ο καφές.

“Να προσπαθήσεις, χρυσό μου, να δουλεύεις λιγότερο τώρα που φεύγεις από αυτούς τους αγροίκους. Συμβαίνουν τόσα ωραία πράγματα, είναι κρίμα να μην έχεις χρόνο να πας,” με συμβούλεψε η οικοδέσποινα καθώς φεύγαμε.

Στο ταξί της επιστροφής ο Γ. και εγώ δεν ανταλλάξαμε λέξη.

Ίσως θα έπρεπε να έχουμε τηρήσει την υπόσχεση που δώσαμε ο ένας στον άλλο ότι δεν θα ξανασυναντήσουμε κανέναν από τους βαθύπλουτους φίλους μας.

Από την άλλη μεριά όμως, η αφθονία της σαμπάνιας είναι εκμαυλιστική….

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 6 σχόλια »