the brute boot in the face

Την παραμονή μιας 28ης Οκτωβρίου, η Νανά μνημόνευσε το Φαίδρο – έναν ατίθασο ποιητή που ξεχάστηκε κυρίως γιατί κάποτε θαύμασε την ομορφιά των Γερμανών στρατιωτών των δυνάμεων κατοχής. Εξοστρακίστηκε πλήρως. Όλοι αναγκάστηκαν να καταδικάσουν, δημόσια τουλάχιστον, τις απόψεις του, ή τουλάχιστον την επιπολαιότητά του.

“Δεν τον κατάλαβαν τον καημένο το Φαίδρο,” είπε η Νανά. “Αυτοκτόνησε, ξέρεις. Ήταν πολύ ανυπόμονος.”

Και όμως, ομολογώ ότι η στάση του Φαίδρου νοιώθεται κι αυτή. Με τη λογική ενός προοιμίου στο “θυρωρό της νύχτας”. Αν και η Susan, πάντα αυστηρή και μαχητική, καταδίκασε και το θυρωρό και τους δαιμονισμένους και την φετιχιστική προσήλωση πολλών, gay κυρίως, προς τη στολή, το δέρμα, το μαστίγιο, τη μπότα, και τα insignia των SS και του τρίτου ράιχ.

Μια άλλη παραμονή 28ης Οκτωβρίου, με αυτές τις επετειακές αναμνήσεις και αυτές τις βλάσφημες σκέψεις, ο Βουρδάμπαχης αποφάσισε να αφαιρέσει, έστω για λίγο, το πρόσωπό του και να παίξει το παιχνίδι αυτού του πόθου.

Η αλήθεια είναι πως το παιχνίδι είχε σχεδιαστεί προσεκτικά. Επρόκειτο να εξερευνήσει κάποιες από τις εκφάνσεις του S/M που από φόβο απέφευγε τόσον καιρό, καίτοι οι φαντασιώσεις του συχνά τον οδηγούσαν σε εικόνες δεσμών, υποδούλωσης, εξευτελισμού, βασανιστηρίων, ακόμη και ενήδονων θανάτων δι΄απαγχονισμού. Οι ερωτοπραξίες αυτές πάντα είχαν μία διεγερτική επίδραση επάνω του, όπως και οι στολές, τα δέρματα, τα φετιχιστικά παραφερνάλια του τρίτου ράιχ, κι ας έλεγε η Sontag.

“Δεν θα καταντήσουμε να έχουμε και στις καύλες μας ηθική και πολιτική στάση,” εκλογίκευε εθελοτυφλώντας.

Τα αξεσουάρ παραγγέλθηκαν από ένα διαδικτυακό σεξομάγαζο και παραδόθηκαν εντός διημέρου. Στη διάρκεια του διημέρου, ο Βουρδάμπαχης και ο Συνεργός/Εραστής επιδόθηκαν στη μελέτη: ξεκινώντας από τους κλασικούς του είδους, πέρασαν από διαδικτυακά πορνοϊστοριολόγια, καθώς και ιστοσελίδες ειδικευμένες επί αυτών των εξαιρετικών διαστροφών. Επιδόθηκαν επίσης στην εξακολουθητική παρακολούθηση σχετικών ταινιών, και συζήτησαν σε δεκάδες εξειδικευμένα διαδικτυακά φόρουμ τις προθέσεις τους, λαμβάνοντας συμβουλές από έμπειρους ηδονιστές.

Το πράγμα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται: αφού κανείς ξεπεράσει τους αρχικούς του φόβους, πειθόμενος ότι πρόκειται απλώς περί ενός παιχνιδιού από τα πολλά που παίζει κανείς στο κρεβάτι, και αφού αποσπάσει τη συγκατάθεση του Συνεργού/Εραστή, πρέπει να τεθούν όχι απλώς οι κανόνες αλλά και η φύση του παιχνιδιού. Πρέπει να απαντηθούν επείγοντα ερωτήματα σχετικά με τη διαλεκτική του πόνου, την ουσία της υποδούλωσης, τα όρια της πράξης, την αποδεκτή ποσότητα του αίματος, τις δυνατότητες και τεχνικές υπαναχώρησης. Οι σαδικές αυτές αναλύσεις, διαπραγματεύσεις και συμφωνίες είναι, οπωσδήποτε, μέρος του καθηλωτικού παιχνιδιού, αλλά ο Βουρδάμπαχης δυσανασχέτησε κάποια στιγμή λόγω της τόσης αναβολής, η οποία, σημειωτέον, ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα της φαντασίωσης, όπου πάντα έμπαινε κανείς κατευθείαν στο ψητό. Παρ΄όλα αυτά, όταν τον χτύπησε η υποψία πως πιθανόν τελικά η ηθική και η πολιτική στάση του αντιστεκόταν στην συγκεκριμένη ηδονή, παριστάνοντας, καθώς το συνήθιζε, την αναρχική απόρριψη αυτής της γραφειοκρατικής σχεδόν προσυνεννόησης, ο Βουρδάμπαχης επέστρεψε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και σχεδιασμών και έφερε εις πέρας το έργο της σκηνοθεσίας της ερωτοπραξίας με την επιμέλεια αρίστου μαθητού προτύπου σχολείου.

Μετά την υπογραφή του προγαμησίου συμβολαίου, οι δύο συνεργοί έστησαν τα σκηνικά και φόρεσαν τα κοστούμια τους. “Είναι προφανώς απαραίτητη σε αυτή τη μορφή της ηδονής η υπόδυση ρόλων, καθώς και η αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα των σωμάτων και των συναισθημάτων,” πρόλαβε και σκέφτηκε ο Βουρδάμπαχης μέχρι να αντιληφθεί ότι του είχε επιτεθεί ο φιλοσοφικός του εαυτός, οπότε και απόδιωξε βίαια κάθε αναλυτική σκέψη.

Με την έναρξη της ερωτοπραξίας, καμία αναλυτική σκέψη, και για να είμαι πιο ακριβής καμία απολύτως σκέψη, δεν ήταν δυνατή. Η χειμαρρώδης δύναμη της ροής του αίματος παρέσυρε και τον Βουρδάμπαχη και το Συνεργό/Εραστή σε έναν τόπο όπου υπήρχε μόνο το σώμα και όλες του οι περίπλοκες εσωτερικές ανατομικές λεπτομέρειες, οι οποίες αποκαλύπτονταν, άλλες δια της οράσεως στις χαίνουσες πληγές, άλλες δια της αφής στις επώδυνες διεισδύσεις των άκρων. Η έκρηξη του σπέρματος ήταν ασύλληπτη. Ασύγκριτη με ο,τιδήποτε τους είχε συμβεί ώς τότε.

Όταν συνήλθαν από την αφόρητη ένταση του οργασμού, ο Βουρδάμπαχης και ο Συνεργός/Εραστής παρατήρησαν ότι ο δυστυχής Jacques Alain δεν είχε επιζήσει των πράξεών τους. Το σώμα του, ή ό,τι τέλος πάντων είχε απομείνει από αυτό, κρεμόταν νεκρό από ένα τσιγκέλι. Εντόσθια και αίματα ήσαν πεταμένα παντού. “Ευτυχώς, έρχεται αύριο η Λέγκεν και θα καθαρίσει,” σκέφτηκε ο Βουρδάμπαχης. Η ηθική και πολιτική του στάση το είχε, επιτέλους, πάρει απόφαση ότι δεν έπιανε χαρτωσιά μπροστά στην καύλα του. Είχε δίκηο, τελικά, η Susan.

Υποβολή απάντησης