
Γνώρισα έναν άντρα τόσο ωραίο και τόσο πρόθυμο ώστε δεν θα μπορούσα παρά να τον ονομάσω Florifel.
Ήρθε ξαφνικά χθες, νωρίς το πρωί, στο γραφείο μου και, μολονότι δεν είχε κλείσει κανένα ραντεβού, ούτε ήξερε κανείς πως θα ερχόταν, ο Τ. τον οδήγησε κατευθείαν στο γραφείο μου, κρίνοντας πως οπωσδήποτε θα ήθελα να τον συναντήσω. Είχε δίκηο.
“Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;” τον ρώτησα με ύφος υπηρεσιακό αλλά και με ένα ανεπαίσθητο υπομειδίαμα, το οποίο χρόνια τώρα χρησιμοποιώ όταν θέλω να υποδηλώσω πως αφήνω στο συνομιλητή μου την πρωτοβουλία να άρει ή να επισημοποιήσει την υπηρεσιακότητα της συνάντησης.
“Θα ήθελα να με γνωρίσετε, κύριε Le Nonce,” απάντησε εκείνος με το ίδιο ακριβώς υπομειδίαμα που είχα χρησιμοποιήσει και ο ίδιος. Θεώρησα σώφρον να κλείσω και να κλειδώσω την πόρτα του γραφείου μου σε αυτή τη φάση.

“Εννοώ, βέβαια, ότι θα ήθελα να γνωρίσεις το σώμα μου,” συνέχισε ο Florifer, μεταβαίνοντας στον ενικό αμέσως μόλις έκλεισα την πόρτα. “Και δεν εννοώ μόνο το εξωτερικό του περίβλημα, αλλά και τις δαιδαλώδεις εσωτερικές του στοές.”
Έπειτα σηκώθηκε και άρχισε να βγάζει αργά αργά τα ρούχα του. Δίπλωνε προσεκτικά κάθε ένδυμα που αφαιρούσε, σαν να επρόκειτο να το τοποθετήσει σε βαλίτσα, και το ακουμπούσε πάνω στο γραφείο μου, ακριβώς μπροστά μου. Και κάθε φορά που αφαιρούσε ένα ένδυμα, μια καινούρια αποκάλυψη ομορφιάς παρουσιαζόταν ενώπιόν μου: όλα επάνω του ήσαν απολύτως σύμφωνα με τις επιθυμίες μου.
Θα πρέπει να του πήρε πάνω από δέκα λεπτά ώς να μείνει εντελώς γυμνός. Εγώ, εν τω μεταξύ, παρέμενα στη θέση μου, ντυμένος, λίγο απορημένος, αλλά και αρκετά ευγνώμων, και σκεφτόμουν πως ίσως ο Florifel ήταν επαγγελματίας. Ίσως κάποιος φίλος τον είχε πληρώσει για να έρθει στο γραφείο μου και να δώσει αυτήν την παράσταση. Δεν είχε σημασία, βέβαια, το θέαμα ήταν εξίσου ηδονικό, είτε επρόκειτο για επαγγελματία είτε για ερασιτέχνη υποψήφιο ερωμένο. Άλλωστε αυτά τα όρια είναι συχνά δυσδιάκριτα: πάντα περιμένει κανείς κάποιο αντάλλαγμα για μια ερωτοπραξία.

Στη συνέχεια συνέβησαν όλα όσα συχνά φαντασιώνομαι ότι συμβαίνουν μέσα στον περιχαρακωμένο χώρο του γραφείου μου, αλλά ποτέ δεν πίστευα ότι θα μπορούσαν πραγματικά να συμβούν.
Ο Florifel με έγδυσε και άρχισε να με φιλά σε όλο μου το σώμα, εντελώς ανεπηρέαστος από την παχυσαρκία μου, και με μία λαιμαργία που θα πίστευε κανείς ότι ένας τόσο ωραίος άντρας δεν θα ήταν ικανός να δείξει, καθώς οι ωραίοι άντρες, ως γνωστόν, δεν χρειάζεται να προσπαθούν. Η λαιμαργία του με βεβαίωσε από τη μία μεριά ότι επρόκειτο για επαγγελματία, από την άλλη όμως χάρηκα διότι το υψηλό επίπεδο του επαγγελματισμού του σαφώς σήμαινε ότι καμιά διάψευση δεν μου επιφυλασσόταν: ο Florifel ήταν προφανώς πρόθυμος να πράξει όλα όσα θα με ευχαριστούσαν και ήταν επίσης επαρκώς ικανός να δημιουργήσει την εντύπωση ότι απολάμβανε κάθε στιγμή της ερωτοπραξίας, ότι πράγματι η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να τον γνωρίσω.

Η υπόσχεση ότι θα μου δοθεί η ευκαιρία να εξερευνήσω όλες τις δαιδαλώδεις στοές του σώματος του Florifel εκπληρώθηκε με τρόπο μεγαλειώδη. Ούτε η πιο αχαλίνωτη φαντασίωση δεν θα μπορούσε έστω και να υπαινιχθεί την τόσο πρόθυμη υποδοχή των θωπειών και των γαμεύσεων, συνδυασμένη, ωστόσο, με την σωστή ποσότητα και ένταση κραυγών ενήδονου πόνου σε όλη την εντυπωσιακά μακρά διάρκεια των ερωτοπραξιών, κατά την οποία καμία άλλη αίσθηση ή σκέψη δεν ήταν δυνατό να περάσει από το νου μου πάρεξ της ηδονής: καμιά ανησυχία ότι μας άκουγε όλη η εταιρεία και κανένα ενδιαφέρον για τα χτυπήματα στην πόρτα για τα οποία με ενημέρωσε αργότερα ο Τ.
Ακόμη και αφού είχαμε κατακτήσει τον οργασμό, οι ερωτοπραξίες δεν σταμάτησαν, δεν κατεπνίγησαν στην κόπωση του χαμένου σπέρματος, αλλά συνεχίστηκαν ακάθεκτες ως εάν δεν είχαμε μόλις χύσει. Και, όπως είναι φυσικό, κάθε φορά αργούσε περισσότερο ο επόμενος οργασμός, κάθε φορά επιμηκύνετο ο χρόνος της συνουσίας. Αλλά καμία κούραση δεν ένιωσα, ούτε για μια στιγμή, καμία ανυπομονησία. Αντιθέτως, απολάμβανα όλο και περισσότερο το γεγονός πως η συνουσία μας φαινόταν να μην έχει τέλος και την επίγνωση πως ακόμη και όταν ερχόταν το τέλος, θα ξεκινούσαμε και πάλι σαν έφηβοι, εις το διηνεκές.

Είχε νυχτώσει πια όταν ο Florifel άρχισε να ντύνεται. Εγώ κάθησα και πάλι στην καρέκλα πίσω από το γραφείο μου και τον παρακολούθησα εν εκστάσει να φορά αργά αργά, ένα ένα, τα ενδύματα.
Ντυμένος πια, με κοίταξε στα μάτια. Τότε μόνο τον αναγνώρισα.
“Μα πώς; Νόμιζα ότι είσαι ο Florifel!” του είπα, λίγο ντροπιασμένος, είναι αλήθεια.
“Το ξέρω. Μερικές φορές χρειάζεται να είναι κανείς ο Florifel. Σε αγαπώ,” μου απάντησε ο λατρεμένος μου Γ. και επιστρέψαμε μαζί στο σπίτι μας.






























