τὰ ἐνδύματα τῆς ζωῆς μου

Γνώρισα έναν άντρα τόσο ωραίο και τόσο πρόθυμο ώστε δεν θα μπορούσα παρά να τον ονομάσω Florifel.

Ήρθε ξαφνικά χθες, νωρίς το πρωί, στο γραφείο μου και, μολονότι δεν είχε κλείσει κανένα ραντεβού, ούτε ήξερε κανείς πως θα ερχόταν, ο Τ. τον οδήγησε κατευθείαν στο γραφείο μου, κρίνοντας πως οπωσδήποτε θα ήθελα να τον συναντήσω. Είχε δίκηο.

“Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;” τον ρώτησα με ύφος υπηρεσιακό αλλά και με ένα ανεπαίσθητο υπομειδίαμα, το οποίο χρόνια τώρα χρησιμοποιώ όταν θέλω να υποδηλώσω πως αφήνω στο συνομιλητή μου την πρωτοβουλία να άρει ή να επισημοποιήσει την υπηρεσιακότητα της συνάντησης.

“Θα ήθελα να με γνωρίσετε, κύριε Le Nonce,” απάντησε εκείνος με το ίδιο ακριβώς υπομειδίαμα που είχα χρησιμοποιήσει και ο ίδιος. Θεώρησα σώφρον να κλείσω και να κλειδώσω την πόρτα του γραφείου μου σε αυτή τη φάση.

“Εννοώ, βέβαια, ότι θα ήθελα να γνωρίσεις το σώμα μου,” συνέχισε ο Florifer, μεταβαίνοντας στον ενικό αμέσως μόλις έκλεισα την πόρτα. “Και δεν εννοώ μόνο το εξωτερικό του περίβλημα, αλλά και τις δαιδαλώδεις εσωτερικές του στοές.”

Έπειτα σηκώθηκε και άρχισε να βγάζει αργά αργά τα ρούχα του. Δίπλωνε προσεκτικά κάθε ένδυμα που αφαιρούσε, σαν να επρόκειτο να το τοποθετήσει σε βαλίτσα, και το ακουμπούσε πάνω στο γραφείο μου, ακριβώς μπροστά μου. Και κάθε φορά που αφαιρούσε ένα ένδυμα, μια καινούρια αποκάλυψη ομορφιάς παρουσιαζόταν ενώπιόν μου: όλα επάνω του ήσαν απολύτως σύμφωνα με τις επιθυμίες μου.

Θα πρέπει να του πήρε πάνω από δέκα λεπτά ώς να μείνει εντελώς γυμνός. Εγώ, εν τω μεταξύ, παρέμενα στη θέση μου, ντυμένος, λίγο απορημένος, αλλά και αρκετά ευγνώμων, και σκεφτόμουν πως ίσως ο Florifel ήταν επαγγελματίας. Ίσως κάποιος φίλος τον είχε πληρώσει για να έρθει στο γραφείο μου και να δώσει αυτήν την παράσταση. Δεν είχε σημασία, βέβαια, το θέαμα ήταν εξίσου ηδονικό, είτε επρόκειτο για επαγγελματία είτε για ερασιτέχνη υποψήφιο ερωμένο. Άλλωστε αυτά τα όρια είναι συχνά δυσδιάκριτα: πάντα περιμένει κανείς κάποιο αντάλλαγμα για μια ερωτοπραξία.

Στη συνέχεια συνέβησαν όλα όσα συχνά φαντασιώνομαι ότι συμβαίνουν μέσα στον περιχαρακωμένο χώρο του γραφείου μου, αλλά ποτέ δεν πίστευα ότι θα μπορούσαν πραγματικά να συμβούν.

Ο Florifel με έγδυσε και άρχισε να με φιλά σε όλο μου το σώμα, εντελώς ανεπηρέαστος από την παχυσαρκία μου, και με μία λαιμαργία που θα πίστευε κανείς ότι ένας τόσο ωραίος άντρας δεν θα ήταν ικανός να δείξει, καθώς οι ωραίοι άντρες, ως γνωστόν, δεν χρειάζεται να προσπαθούν. Η λαιμαργία του με βεβαίωσε από τη μία μεριά ότι επρόκειτο για επαγγελματία, από την άλλη όμως χάρηκα διότι το υψηλό επίπεδο του επαγγελματισμού του σαφώς σήμαινε ότι καμιά διάψευση δεν μου επιφυλασσόταν: ο Florifel ήταν προφανώς πρόθυμος να πράξει όλα όσα θα με ευχαριστούσαν και ήταν επίσης επαρκώς ικανός να δημιουργήσει την εντύπωση ότι απολάμβανε κάθε στιγμή της ερωτοπραξίας, ότι πράγματι η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να τον γνωρίσω.

Η υπόσχεση ότι θα μου δοθεί η ευκαιρία να εξερευνήσω όλες τις δαιδαλώδεις στοές του σώματος του Florifel εκπληρώθηκε με τρόπο μεγαλειώδη. Ούτε η πιο αχαλίνωτη φαντασίωση δεν θα μπορούσε έστω και να υπαινιχθεί την τόσο πρόθυμη υποδοχή των θωπειών και των γαμεύσεων, συνδυασμένη, ωστόσο, με την σωστή ποσότητα και ένταση κραυγών ενήδονου πόνου σε όλη την εντυπωσιακά μακρά διάρκεια των ερωτοπραξιών, κατά την οποία καμία άλλη αίσθηση ή σκέψη δεν ήταν δυνατό να περάσει από το νου μου πάρεξ της ηδονής: καμιά ανησυχία ότι μας άκουγε όλη η εταιρεία και κανένα ενδιαφέρον για τα χτυπήματα στην πόρτα για τα οποία με ενημέρωσε αργότερα ο Τ.

Ακόμη και αφού είχαμε κατακτήσει τον οργασμό, οι ερωτοπραξίες δεν σταμάτησαν, δεν κατεπνίγησαν στην κόπωση του χαμένου σπέρματος, αλλά συνεχίστηκαν ακάθεκτες ως εάν δεν είχαμε μόλις χύσει. Και, όπως είναι φυσικό, κάθε φορά αργούσε περισσότερο ο επόμενος οργασμός, κάθε φορά επιμηκύνετο ο χρόνος της συνουσίας. Αλλά καμία κούραση δεν ένιωσα, ούτε για μια στιγμή, καμία ανυπομονησία. Αντιθέτως, απολάμβανα όλο και περισσότερο το γεγονός πως η συνουσία μας φαινόταν να μην έχει τέλος και την επίγνωση πως ακόμη και όταν ερχόταν το τέλος, θα ξεκινούσαμε και πάλι σαν έφηβοι, εις το διηνεκές.

Είχε νυχτώσει πια όταν ο Florifel άρχισε να ντύνεται. Εγώ κάθησα και πάλι στην καρέκλα πίσω από το γραφείο μου και τον παρακολούθησα εν εκστάσει να φορά αργά αργά, ένα ένα, τα ενδύματα.

Ντυμένος πια, με κοίταξε στα μάτια. Τότε μόνο τον αναγνώρισα.

“Μα πώς; Νόμιζα ότι είσαι ο Florifel!” του είπα, λίγο ντροπιασμένος, είναι αλήθεια.

“Το ξέρω. Μερικές φορές χρειάζεται να είναι κανείς ο Florifel. Σε αγαπώ,” μου απάντησε ο λατρεμένος μου Γ. και επιστρέψαμε μαζί στο σπίτι μας.

Αναρτήθηκε στις βινιέττες. 2 σχόλια »

γένος ἄπιστον ἄστοργόν τε τῶν κινουμένων

Σε μια από τις ωραιότερες σκηνές της ταινίας Mondo Trasho, η υπέροχη Divine δέχεται την επίσκεψη της Θεοτόκου σε ένα όραμα. Η Divine αναφωνεί, με ένα απίστευτο μίγμα θλίψης και πουτανιάς στη φωνή της: “Oh Mary… teach me to be Divine…”

Θυμήθηκα αυτή τη σκηνή διαβάζοντας ένα πρόσφατο σχόλιο σε ένα παλιό μου ιστολόγημα στο οποίο προσπαθούσα να συνθέσω το εγκώμιο της ξεφωνημένης αδερφής. Ο σχολιαστής, που διάλεξε, φαντάζομαι και ελπίζω όχι τυχαία, το όνομα Αχιλλέας, ανησυχεί για την εικόνα που σχηματίζεται για τους γκέι, για τα λάθος πρότυπα ομοφυλόφιλων που προβάλλουν με τις επιλογές ζωής που έχουν κάνει οι λεγόμενες “κραγμένες αδελφές”, οι τραβεστί και οι τρανσέξουαλ, για την πιθανή γκετοποίηση που επιφέρει το γκαζοχώρι και οι εκδηλώσεις τύπου gay pride. Ο Αχιλλέας ανησυχεί επίσης ότι με αυτούς τους τρόπους οι ομοφυλόφιλοι αποξενωνόμαστε από την υπόλοιπη κοινωνία και εκφράζει μάλλον μια αντιπάθεια προς τις τραβεστί και τις τρανσέξουαλ, και μία (εμφανιζόμενη ως αυτονόητη) σθεναρή αντίρρηση στην αποενοχοποίηση της πορνείας.

Ομολογώ ότι και εγώ ο ίδιος, όσο και αν το πολεμούσα, έτρεφα για κάποια χρόνια, ιδιαίτερα ως έφηβος, μεγάλη αντιπάθεια για τους θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλους, τις τραβεστί και τις τρανς. Εισέπραττα την ύπαρξή τους ως προσωπική προδοσία, σκεφτόμενος, κάπως αριστοκρατικά, ότι αυτοί φταίνε που η “κοινωνία” δεν αποδέχεται τους ομοφυλόφιλους, πως αυτοί δημιουργούν την εντύπωση πως οι ομοφυλόφιλοι είμαστε πλάσματα αφύσικα, άρρωστα, γελοία, και ούτω καθεξής. Δεν συνειδητοποιούσα ούτε ότι επρόκειτο για έναν τρόπο ζωής και ύπαρξης ούτε ότι ότι η στάση μου απέναντί τους, το υποφώσκον αίτημα “να είστε σαν εμένα, όχι σαν τους εαυτούς σας” ήταν βαθύτατα φασιστικό, ούτε ότι η αποστροφή που ένιωθα αν τύχαινε κάποιος από αυτούς και με πλησίαζε εκκινούσε από τον ίδιο ακριβώς περίτρομο ρατσισμό που κάποιοι (κατά τη γνώμη μου ακόμη και σήμερα πολλοί) ετεροφυλόφιλοι εκδηλώνουν απέναντι σε όλους τους ομοφυλόφιλους ανεξαιρέτως.

Έχω ξαναπεί, με άλλη αφορμή, πως για μένα η πεμπτουσία του φασισμού είναι η άρνηση της ελευθερίας – της ελευθερίας που η κόκκινη Ρόζα ώρισε με τον εξής εξαιρετικό αφορισμό: Freiheit ist immer Freiheit der Andersdenkenden.

Παραφράζοντας, κρατώντας όμως πιστεύω εντελώς αυτούσια την πρόθεση, θα έλεγα ότι επίσης ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία αυτού που υπάρχει, ζει, φέρεται διαφορετικά. Και από αυτή την άποψη δεν έχει σημασία αν η αδερφή που έχω απέναντί μου εγεννήθη έτσι, υποχρεώθηκε να είναι έτσι λόγω κοινωνικής καταγωγής, ή επέλεξε να είναι έτσι. Από αυτή την άποψη, δεν έχει σημασία, και δεν με αφορά, ούτε το “αίτιον” της ομοφυλοφιλίας, ούτε το “αίτιον” της ετεροφυλοφιλίας, ούτε πώς και γιατί επιλέγει κανείς αυτόν ή εκείνο τον τρόπο ζωής. Σημασία έχει να μπορέσω να καταλάβω πως δεν έχω δικαίωμα να μη σεβαστώ αυτόν που έχω απέναντί μου μόνο και μόνο επειδή διαφέρουμε.

Και είναι πιθανό ακριβώς αυτή η σχεδόν πάγκοινη έλλειψη σεβασμού προς κάποιες ομάδες ομοφυλόφιλων (όπως οι ξεφωνημένες αδερφές και οι τραβεστί) να τους αναγκάζει να περιχαρακωθούν ακόμη περισσότερο, ώστε να αυτοπροστατευθούν. Είναι πιθανό η γκετοποίηση για την οποία μιλά ο αγαπητός Αχιλλέας να οφείλεται, εν μεγάλω μέρει, σε ανθρώπους σαν αυτόν.

Φαίνεται ότι ήδη οι ένδοξοι ημών πρόγονοι, καίτοι απολάμβαναν στην πλειονότητά τους την ερωτική συντροφιά των ομοφύλων τους, επιδίδονταν σε κακολογίες εναντίον των κιναίδων. Πολλά λυρικά ποιήματα μάλιστα, και όχι μόνο του macho Αρχιλόχου, με φέρνουν σε αμηχανία με την φοβερή τους φαρμακογλωσσιά εναντίον ομοφυλόφιλων. Σε κάποιες περιπτώσεις, φαίνεται ότι η στάση του (ομοφυλόφιλου) ποιητή είναι παρόμοια με του αγαπητού Αχιλλέα: απορρίπτει συγκεκριμένες, συνήθως θηπυπρεπείς, εκφάνσεις της (ανδρικής) ομοφυλοφιλίας. Σε άλλες περιπτώσεις, είναι σαφές ότι ο ποιητής τα έχει βάλει με κάποιον που του έφαγε το γκόμενο, επιλέγει όμως, χαρακτηριστικά, να ψέξει τον αντίζηλο για την ομοφυλοφιλία του και όχι για την αποπλάνηση και υφαρπαγή του ερωμένου: απίστευτες έμμετρες βρισιές ξεστομίζονται, ενώ ο ψόγος σχετίζεται σχεδόν πάντα με τη θηλυπρέπεια.

Η θεωρία πως ο ομοφυλόφιλος είναι καταπιεσμένος και γι’ αυτό ψάχνει να βρει κάποιον που να είναι πιο lumpen από τον ίδιο και να τον μετατρέψει σε αποδιοπομπαίο τράγο προφανώς δεν ισχύει. Ούτε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι καταπίεζαν τις παιδεραστικές τους επιθυμίες ούτε κάποιοι σύγχρονοι straight-looking, straight-acting out and proud gay συνδικαλιστές που αποστρέφονται ή οικτίρουν τη θηλυπρέπεια και τους θηλυπρεπείς φαίνεται να αντιμετωπίζουν προβλήματα απόρριψης και καταπίεσης.

Φοβάμαι πως ο ρατσισμός αυτός πηγάζει μάλλον από μία πιο επικίνδυνη πηγή: ένα καθηλωμένο αίτημα ενσωμάτωσης στη μικροαστική ηθική. Η μικροαστική ηθική είναι έτοιμη να ενσωματώσει τους ομοφυλόφιλους, τόσο στις πιο “πεφωτισμένες” εκφάνσεις της (π.χ. στο δημόσιο λόγο του πασόκ περί συμφώνων συμβίωσης), όσο και στις πιο hardcore εκδοχές της (π.χ. το γνωστό “ο κάθε άνθρωπος ας κάνει ό,τι θέλει στην ιδιωτική του ζωή”).

Η προκλητική αδερφή, όμως, και ακόμη περισσότερο η εργαζόμενη τραβεστί χαλάνε τη σούπα. Η βασική προϋπόθεση που σιωπηλά θέτει η μικροαστική ηθική για να καταδεχθεί να ενσωματώσει τους ομοφυλόφιλους είναι η συμμόρφωση, τουλάχιστον, στις υπόλοιπες αρχές της: διακριτικότητα, ευγένεια, καθωσπρεπισμός, και γενικότερα “ηθική στάση” “ανεξάρτητα” από το τί κάνει κανείς στο κρεβάτι του!

Ίσως υπάρχουν κάποιες, ελάχιστες, πιθανότητες να νομιμοποιηθεί, επιτέλους, ο γάμος των ομοφυλόφιλων και στην Ελλάδα σε λίγα χρόνια. Αμφιβάλλω όμως αν η προοδευτική μικροαστική ηθική θα αντέξει ποτέ τη νομιμοποίηση των ερωτικών υπηρεσιών που προσφέρουν οι τραβεστί στους παράδρομους της Συγγρού και στα στενά πέριξ του γκαζοχωρίου. Αντιθέτως, όπως πολλοί ομοφυλόφιλοι επισημαίνουν, η ίδια η ύπαρξη των ιεροδούλων τραβεστί και ο συγχρωτισμός του ομοφυλόφιλου κινήματος μαζί τους πιστεύεται ότι βλάπτει τον “αγώνα” για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων.

Αλλά ο αγώνας αυτός, φίλοι μου, ή θα είναι αγώνας για τα δικαιώματα όλων των ομοφυλόφιλων, συμπεριλαμβανομένης της πουτάνας τραβεστί, ή δεν θα είναι αγώνας, θα είναι απλώς μία συντεχνιακή, ρατσιστική εμμονή να μας ενσωματώσει η μικροαστική ηθική με δεκτό τον όρο να γίνουμε σαν τα μούτρα της. Το gay κίνημα ή θα συμπεριλαμβάνει όλους τους ομοφυλόφιλους, (gay, straight-looking ή όχι, λεσβίες, τραβεστί, τρανσέξουαλ) ή θα είναι απλώς μία κλειστή λέσχη επίδοξων νομέων της εξουσίας.

Η βλάσφημη επίκληση της Divine προς την Παναγία στο Mondo Trasho δεν είναι, φυσικά, πολιτικά ορθή. Επίσης, η απεικόνιση των ομοφυλόφιλων κατ’ αυτόν τον τρόπο από τον φίλτατο John Waters δεν “βοηθάει” το gay κίνημα.

Αλλά τουλάχιστον η μούσα του John Waters δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να την εγκολπωθεί η κυρίαρχη ηθική. Και η ταφόπλακα γράφει και το αληθινό της όνομα: Divine.

Αναρτήθηκε στις ομοερωτικά. 3 σχόλια »

καὶ τὸ πουλὶ παράκουσε κι ἀλλιῶς ἐπῆγε κι εἶπε

Βέβαια, ομολογουμένως, σε άλλο άσμα απαξιώνεται: “πουλάκι εἶναι κι ἂς κελαηδεῖ, πουλάκι εἶναι κι ἂς λέει”. Ωστόσο, ο πρωτομάστορας, κατά μία εκδοχή τουλάχιστον, προσπάθησε να αναβάλει τη στιγμή του θανάτου της γυναίκας του, αλλά το αθώο πτηνό, που παράλλαξε το “ἀργὰ” σε “γοργά”, και η αθώα γυναίκα, που υπάκουσε στα κελεύσματα του αθώου πτηνού, επέσπευσαν και πήραν, εν μέρει, το κρίμα του στοιχειώματος του γεφυριού στο λαιμό τους.

Το πουλί να παράκουσε πράγματι ή να είχε σύνειδος πονηρό; Και η γυναίκα του πρωτομάστορα πώς φάνηκε τόσο αφελής; Ήδη οι δύο αδελφές της είχαν στοιχειώσει άλλα γεφύρια και η ίδια ώφειλε να γνωρίζει πως το επάγγελμα του συζύγου της εγκυμονούσε κίνδυνο μεγάλο και για τη δική της ζωή. Και πώς πίστεψε τόσο εύκολα τα λόγια ενός πουλιού, ενώ θα έπρεπε να γνωρίζει από τα δημώδη άσματα πως οι ανθρώπινες ομιλίες αυτών των πλασμάτων δεν βγαίνουν ποτέ σε καλό;

Πιθανόν, βέβαια, να πήγε εν επιγνώσει στον τόπο του θανάτου της, επιθυμώντας δια της ευχής και κατάρας που έδωσε χτιζόμενη να προστατεύσει τον αδελφό της από τις εκδικητικές δυνάμεις της φύσεως. Πιθανόν, επίσης, κάποια φοβερή αιμομικτική σχέση να είχε προϋπάρξει μεταξύ της γυναίκας του πρωτομάστορα και του αδελφού της, και η κριματισμένη να φαντάστηκε πως θα εξιλεωνόταν με τη θυσία της αυτή, ενώ η τελευταία της λέξη, με την υπερφυσική δύναμη που πάντοτε αποκτούν οι τελευταίες λέξεις των πεθαμένων, θα έδινε επίσης την περιπόθητη άφεση στον αγαπημένο της αδελφό. Δεν είναι απίθανο, ακόμη, ο πρωτομάστορας να πληροφορήθηκε το μεγάλο κρίμα της γυναίκας του και του αδελφού της, από κάποιο άλλο πουλί με ανθρώπινη λαλιά, και η όλη ιστορία του γεφυριού που δήθεν δεν στέριωνε και της ανάγκης να χτιστεί η γυναίκα του να ήταν απλώς μία σκευωρία ενός στυγερά εκδικητικού συζύγου, ο οποίος ήλπιζε ότι κατά το θάνατό της η μοιχαλίς θα καταριόταν το γεφύρι (όπως παρ΄ολίγον έκαμε) και σχεδίαζε να παρασύρει τον αδελφό ακριβώς σε αυτό το γεφύρι, που αναμφίβολα θα κατέρρεε και θα σκότωνε και αυτόν, απονέμοντας μία κάποια δαιμονική δικαιοσύνη.

Το βέβαιο συμπέρασμα, το οποίο αβίαστα προκύπτει από την ανάγνωση του άσματος, είναι ότι το μοναδικό αληθινό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο απών αδελφός. Ως γνωστόν, “ὁ φανερωμένος ἀδελφὸς εἶναι ἀβάσταχτος καὶ καταστροφικὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους”. Η μόνη προστασία ήταν η αδελφή να απορροφήσει τον αδελφό και να θαφτεί μέσα στα θεμέλια του γεφυριού. Μόνο έτσι θα μπορούσε η αδελφή απερίσπαστη να βασιλεύσει.

Ο αδελφός είναι οπωσδήποτε αυτός που αποπλάνησε την αδελφή, αυτός που φύτεψε το σχέδιο της εκδίκησης στο μυαλό του γαμπρού του, αυτός που αποφάσισε δηλαδή τη φρικτή θανάτωση της αδελφής, και ασφαλώς ο αδελφός είναι αυτός που μεταμορφώθηκε σε πουλί για να ακυρώσει τη λιγοψυχία που γνώριζε ότι θα κατακτήσει, την τελευταία στιγμή, τον πρωτομάστορα. Ο αδελφός είναι επίσης το στοιχειό που ανακοίνωσε την ετυμηγορία από τη δεξιά καμάρα.

Τελικά, το ζήτημα δεν ήταν το γεφύρι. Το ζήτημα ήταν να διαχυθεί η δύναμη του αδελφού μέσα από το φόνο. Να ανοίξουν οι πύλες. Η διάχυση του αδελφού σε όλον τον γνωστό κόσμο να βεβαιωθεί, διότι σε όλα τα γεφύρια του γνωστού κόσμου χτίστηκε η αδελφή.

Η Γνωσιολογία Καλλινούς προσθέτει:

“Μην ξεχνάς, George, πόσο υπέφερε ο αδελφός από τον πατέρα τους, που τὸ κεφάλι του ἦταν ἀπὸ σκύλο. Δεν μπορούμε να ξέρουμε κατά πόσο ο πατέρας πρόλαβε και κατασπάραξε. Εξάλλου, σε άλλο άσμα, ο νεκρός αδελφός τελικά οδηγεί τόσο την αδελφή όσο και τη μάνα στο θάνατο, καίτοι οι προθέσεις του παρουσιάζονται ως αγαθές.

Πάντως, θεωρώ το συμφυρμό που επιχειρείς εντελώς αυθαίρετο και, λυπάμαι που θα το πω, απλοϊκό. Διότι, σου αποκαλύπτω, εγώ είμαι η αδελφή.”

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. Leave a Comment »

the brute boot in the face

Την παραμονή μιας 28ης Οκτωβρίου, η Νανά μνημόνευσε το Φαίδρο – έναν ατίθασο ποιητή που ξεχάστηκε κυρίως γιατί κάποτε θαύμασε την ομορφιά των Γερμανών στρατιωτών των δυνάμεων κατοχής. Εξοστρακίστηκε πλήρως. Όλοι αναγκάστηκαν να καταδικάσουν, δημόσια τουλάχιστον, τις απόψεις του, ή τουλάχιστον την επιπολαιότητά του.

“Δεν τον κατάλαβαν τον καημένο το Φαίδρο,” είπε η Νανά. “Αυτοκτόνησε, ξέρεις. Ήταν πολύ ανυπόμονος.”

Και όμως, ομολογώ ότι η στάση του Φαίδρου νοιώθεται κι αυτή. Με τη λογική ενός προοιμίου στο “θυρωρό της νύχτας”. Αν και η Susan, πάντα αυστηρή και μαχητική, καταδίκασε και το θυρωρό και τους δαιμονισμένους και την φετιχιστική προσήλωση πολλών, gay κυρίως, προς τη στολή, το δέρμα, το μαστίγιο, τη μπότα, και τα insignia των SS και του τρίτου ράιχ.

Μια άλλη παραμονή 28ης Οκτωβρίου, με αυτές τις επετειακές αναμνήσεις και αυτές τις βλάσφημες σκέψεις, ο Βουρδάμπαχης αποφάσισε να αφαιρέσει, έστω για λίγο, το πρόσωπό του και να παίξει το παιχνίδι αυτού του πόθου.

Η αλήθεια είναι πως το παιχνίδι είχε σχεδιαστεί προσεκτικά. Επρόκειτο να εξερευνήσει κάποιες από τις εκφάνσεις του S/M που από φόβο απέφευγε τόσον καιρό, καίτοι οι φαντασιώσεις του συχνά τον οδηγούσαν σε εικόνες δεσμών, υποδούλωσης, εξευτελισμού, βασανιστηρίων, ακόμη και ενήδονων θανάτων δι΄απαγχονισμού. Οι ερωτοπραξίες αυτές πάντα είχαν μία διεγερτική επίδραση επάνω του, όπως και οι στολές, τα δέρματα, τα φετιχιστικά παραφερνάλια του τρίτου ράιχ, κι ας έλεγε η Sontag.

“Δεν θα καταντήσουμε να έχουμε και στις καύλες μας ηθική και πολιτική στάση,” εκλογίκευε εθελοτυφλώντας.

Τα αξεσουάρ παραγγέλθηκαν από ένα διαδικτυακό σεξομάγαζο και παραδόθηκαν εντός διημέρου. Στη διάρκεια του διημέρου, ο Βουρδάμπαχης και ο Συνεργός/Εραστής επιδόθηκαν στη μελέτη: ξεκινώντας από τους κλασικούς του είδους, πέρασαν από διαδικτυακά πορνοϊστοριολόγια, καθώς και ιστοσελίδες ειδικευμένες επί αυτών των εξαιρετικών διαστροφών. Επιδόθηκαν επίσης στην εξακολουθητική παρακολούθηση σχετικών ταινιών, και συζήτησαν σε δεκάδες εξειδικευμένα διαδικτυακά φόρουμ τις προθέσεις τους, λαμβάνοντας συμβουλές από έμπειρους ηδονιστές.

Το πράγμα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται: αφού κανείς ξεπεράσει τους αρχικούς του φόβους, πειθόμενος ότι πρόκειται απλώς περί ενός παιχνιδιού από τα πολλά που παίζει κανείς στο κρεβάτι, και αφού αποσπάσει τη συγκατάθεση του Συνεργού/Εραστή, πρέπει να τεθούν όχι απλώς οι κανόνες αλλά και η φύση του παιχνιδιού. Πρέπει να απαντηθούν επείγοντα ερωτήματα σχετικά με τη διαλεκτική του πόνου, την ουσία της υποδούλωσης, τα όρια της πράξης, την αποδεκτή ποσότητα του αίματος, τις δυνατότητες και τεχνικές υπαναχώρησης. Οι σαδικές αυτές αναλύσεις, διαπραγματεύσεις και συμφωνίες είναι, οπωσδήποτε, μέρος του καθηλωτικού παιχνιδιού, αλλά ο Βουρδάμπαχης δυσανασχέτησε κάποια στιγμή λόγω της τόσης αναβολής, η οποία, σημειωτέον, ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα της φαντασίωσης, όπου πάντα έμπαινε κανείς κατευθείαν στο ψητό. Παρ΄όλα αυτά, όταν τον χτύπησε η υποψία πως πιθανόν τελικά η ηθική και η πολιτική στάση του αντιστεκόταν στην συγκεκριμένη ηδονή, παριστάνοντας, καθώς το συνήθιζε, την αναρχική απόρριψη αυτής της γραφειοκρατικής σχεδόν προσυνεννόησης, ο Βουρδάμπαχης επέστρεψε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και σχεδιασμών και έφερε εις πέρας το έργο της σκηνοθεσίας της ερωτοπραξίας με την επιμέλεια αρίστου μαθητού προτύπου σχολείου.

Μετά την υπογραφή του προγαμησίου συμβολαίου, οι δύο συνεργοί έστησαν τα σκηνικά και φόρεσαν τα κοστούμια τους. “Είναι προφανώς απαραίτητη σε αυτή τη μορφή της ηδονής η υπόδυση ρόλων, καθώς και η αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα των σωμάτων και των συναισθημάτων,” πρόλαβε και σκέφτηκε ο Βουρδάμπαχης μέχρι να αντιληφθεί ότι του είχε επιτεθεί ο φιλοσοφικός του εαυτός, οπότε και απόδιωξε βίαια κάθε αναλυτική σκέψη.

Με την έναρξη της ερωτοπραξίας, καμία αναλυτική σκέψη, και για να είμαι πιο ακριβής καμία απολύτως σκέψη, δεν ήταν δυνατή. Η χειμαρρώδης δύναμη της ροής του αίματος παρέσυρε και τον Βουρδάμπαχη και το Συνεργό/Εραστή σε έναν τόπο όπου υπήρχε μόνο το σώμα και όλες του οι περίπλοκες εσωτερικές ανατομικές λεπτομέρειες, οι οποίες αποκαλύπτονταν, άλλες δια της οράσεως στις χαίνουσες πληγές, άλλες δια της αφής στις επώδυνες διεισδύσεις των άκρων. Η έκρηξη του σπέρματος ήταν ασύλληπτη. Ασύγκριτη με ο,τιδήποτε τους είχε συμβεί ώς τότε.

Όταν συνήλθαν από την αφόρητη ένταση του οργασμού, ο Βουρδάμπαχης και ο Συνεργός/Εραστής παρατήρησαν ότι ο δυστυχής Jacques Alain δεν είχε επιζήσει των πράξεών τους. Το σώμα του, ή ό,τι τέλος πάντων είχε απομείνει από αυτό, κρεμόταν νεκρό από ένα τσιγκέλι. Εντόσθια και αίματα ήσαν πεταμένα παντού. “Ευτυχώς, έρχεται αύριο η Λέγκεν και θα καθαρίσει,” σκέφτηκε ο Βουρδάμπαχης. Η ηθική και πολιτική του στάση το είχε, επιτέλους, πάρει απόφαση ότι δεν έπιανε χαρτωσιά μπροστά στην καύλα του. Είχε δίκηο, τελικά, η Susan.

ξεφτίλα μοναξιά ἀπελπισία κι ἀνάποδα

Το καταραμένο καλοκαίρι δεν λέει να φύγει, αν και η χειμερινή ώρα θα αποκατασταθεί μεθαύριο.

Προφανώς, θα φταίει ο καιρός για όλα αυτά τα σαπισμένα μυαλά που με κυνηγάνε. Τα βλέπω όπου και αν κοιτάξω. Μοιάζουν με παχουλές σκατόμυγες χωρίς φτερά.

“Η χώρα μας έχει μεγάλη ηλιοφάνεια και ζέστη τους περισσότερους μήνες του χρόνου,” λέω. Και προσπαθώ να εξηγήσω αυτά που συμβαίνουν – κυρίως τη νομοταγή σιωπή της πλειοψηφίας ενώπιον του βιασμού της θέλησής της: το αυτάρεσκο χαμόγελο του πρωθυπουργού καθώς πατρονάρει τους εξαθλιωμένους δασκάλους, τη χυδαία οίηση του γιακουμή καθώς επαναλαμβάνει τον αριθμό των νομαρχιών που κατέκτησε η παράταξή του, την αυτοσυγχαρητήρια λάμψη του blogger καθώς καταθέτει τη βαρύνουσα άποψή του, τον τριτοπρόσωπο αυτοκρατορισμό του μάκη καθώς αφιονίζεται για τις επιθέσεις που δήθεν δέχεται ο Δημοσιογράφος, εμένα, εμένα ακόμα που σας ιστορώ…

Σκέφτομαι τη συμφορά του blogger που του χτύπησε την πόρτα η αστυνομία, κατάσχεσε το σκληρό του δίσκο και τον οδήγησε στο κρατητήριο.

Το πιο δυσάρεστο αυτής της νοσηρής ιστορίας είναι πως δεν είναι καθόλου δύσκολο να πιστέψουμε ότι πράγματι συνέβη. Προσπάθησα και χθες να πω ότι είμαστε έτοιμοι, δηλαδή κατάλληλα προετοιμασμένοι, για την καταστολή. Δεν μας εκπλήσσει. Οι μικρές καθημερινές δόσεις καταπάτησης και υποδούλωσης που μας παρέχονται λειτουργούν περίπου ως εμβόλιο: όταν η νόσος επιτεθεί με όλο της το οπλοστάσιο θα είμαστε έτοιμοι από καιρό. Η διαφορά είναι πως δεν θα είμαστε έτοιμοι να την αντιμετωπίσουμε, δεν θα έχουμε αναπτύξει αντισώματα απέναντί της, αντιθέτως θα έχουμε αναπτύξει τους υποδοχείς της και τις συνθήκες που θα διασφαλίσουν τη μακροβιότητά της εις βάρος μας. Το συγκεκριμένο εμβόλιο έχει σκοπό να μας διαποτίσει με τη νόσο αργά και σταθερά, ώστε η τελική επιβολή της να μην προξενήσει κανέναν τρόμο στο ήδη σαπισμένο σύστημα.

Ο πόλεμος αυτός δεν θα χαθεί στα δικαστήρια. Έχει ήδη χαθεί. Η ομοιομορφία, η ομοφωνία, η κοινή ηθική έχουν ήδη εξασφαλίσει την ακύρωση οποιασδήποτε κριτικής, την αδυνατότητα οποιασδήποτε αντίστασης.

Νοσούμε ήδη.

Ακόμη και στα ιστολογήματά μας, όπου εκφράσαμε τον αποτροπιασμό μας για το θλιβερό συμβάν, ομοφωνούμε, εθνικοί και ιουδαίοι.

Θα φταίει, λέω, το παρατεταμένο καλοκαίρι. Οι σακατεμένες σκατόμυγες που ήσαν κάποτε εγκέφαλοι παρακαλούν και αυτές να έρθει ο χειμώνας να τις απαλλάξει από τον πόνο.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 3 σχόλια »