
“Σας αγαπώ!” ανεφώνησε ο George Le Nonce, εκφράζοντας έναν έρωτα απολύτως νοσηρό, όσο και αμφιθυμικό, σε άπταιστο πληθυντικό. Ο Ιωάννης Ερανιστής, στον οποίο απευθυνόταν ο Le Nonce, δεν πήρε ύφος απορημένο, όπως θα φαντάζονταν οι αδαείς. Αντίθετα, το βλέμμα που κατακεραύνωσε τον Le Nonce ήταν επικριτικό, εξουσιαστικό, βίαιο. Παρά τη δίκαιη δυσπιστία του, ο Ερανιστής επιθυμούσε οπωσδήποτε να απωθήσει τον νοσηρό ιστολόγο όσο το δυνατόν περισσότερο. Αν και ο Ερανιστής είναι ίσως ο μοναδικός αναγνώστης στον κόσμο που γνωρίζει το άβατο των επιθυμιών.

Αποφάσισα να επιστρέψω το βλέμμα, ώστε ο Ερανιστής να βλέπει τον εαυτό του να με βλέπει μέσα από το βλέμμα μου. Και επειδή πάσχω από μόνιμη ξηροφθαλμία εδώ και πολλά χρόνια, έχω μάθει να μην ενοχλούμαι από την μοιραία ξηρότητα που φέρνει η προσήλωση του βλέμματος. Αντίθετα, ο Ερανιστής μετά ελάχιστα δευτερόλεπτα αναγκάστηκε να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρα για να υγρανθούν οι άμαθοι οφθαλμοί του. Και όταν διεπίστωσε πως εγώ έμενα παντελώς ανεπηρέαστος, αναγκάστηκε να μιλήσει:
“Ήμουν βέβαιος ότι δεν είστε ανθρώπινος, αλλά επιτέλους, Le Nonce! Σταματήστε! Είναι αλήθεια ότι γνωριζόμαστε από τότε που ήμασταν έφηβοι. Είναι εξίσου αλήθεια ότι υπήρξαμε μέντορες ο ένας του άλλου, εγώ με τον Lacan μου και την Diamanda Galás μου (και σας θυμίζω παρεμπιπτόντως ότι στο σπίτι μου την πρωτοακούσατε να ουρλιάζει o Satan, prends pitié de ma longue misère! και δεν αναγνωρίσατε καν τίνος στίχος κανιβαλιζόταν), εσείς με τη γλωσσολογία σας και το Wittgenstein σας (και είχατε από τότε την εκνευριστική συνήθεια να απαγγέλλετε τα αγαπημένα σας χωρία στα γερμανικά, μόνο και μόνο επεδή εγώ δεν τα καταλάβαινα). Είναι ακόμη τρομακτικότερη αλήθεια ότι επί είκοσι έτη δεν είχαμε καμία επαφή και ότι χάριν (ή εξαιτίας) της επανεμφανίσεως του προσφιλούς Αμβρότου στο ιστολόγιό σας επανασυνδεθήκαμε (δεν διστάσατε ούτε το νεκρό Άγγελο να συλήσετε), αλλά νισάφι πια με τα κανίβαλα σημαίνοντα. Ούτε μπορείτε να εκφράζετε έρωτα προς το παρθενικό μου πρόσωπο, ούτε σας επιτρέπω να με χρησιμοποιείτε διαρκώς περίπου ως σκεύος γραφής στα ιστολογήματά σας. Φτάνει που οι αναγνώστες σας είναι σίγουροι πως ποτέ δεν υπήρξα παρά ως προσωπείο της αθλιότητάς σας, μην τους κάνετε τώρα να αναρωτιούνται αν αποτελώ και τμήμα του αφόρητου ναρκισσιστικού σας πάθους. Εξάλλου, πάει καιρός που δεν είμαι πια ο Ερανιστής – εσείς με αναγκάσατε να μετασημειωθώ ως τίποτα, ως Artist formerly known as…, καίτοι ποτέ δεν μου άρεσε ο Prince. Δεν θα ανεχθώ όμως και τους θλιβερούς ιστολογικούς γεροντοέρωτές σας”

Αλλά, Ιωάννη, αυτό που επιμένεις να ξεχνάς από τα εφηβικά μας χρόνια είναι η καίρια παρουσία σου στο ρόλο του ονόματος-της-γραφής. Εκείνο το βράδυ που εσύ και οι λοιποί ασήμαντοι περιμένατε να βγω με τον Άγγελο από το υπνοδωμάτιο των γονέων σου, το οποίο μας είχες εν αγνοία σου παραχωρήσει, και να δώσουμε την παράσταση της ποιητικής βραδιάς, εκείνο το βράδυ που θα ήταν το πρώτο βράδυ σωματικής ένωσης για μένα και τον Άγγελο, εκείνο το βράδυ που ο Άγγελος ήταν ήδη γυμνός και περίμενε να λατρέψω όχι την ποίησή του, αλλά το σώμα του, και που εγώ τελούσα εν εκστάσει ενώπιον της προοπτικής να κατασπαράξω το σώμα του Αγγέλου, εκείνο το βράδυ, ένα δευτερόλεπτο πριν την εξαίσια ερωτοπραξία, το ήδη σκεβρωμένο χέρι σου μας χτύπησε την πόρτα και η στριγγή φωνή σου ακούστηκε να λέει απειλητικά: “Τί κάνετε εκεί μέσα εσείς οι δύο; Ελάτε αμέσως. Οι καλεσμένοι περιμένουν. Οι καλεσμένοι δυσανασχετούν. Ελάτε αμέσως. Η ποιητική βραδιά οφείλει να αρχίσει.” Έτσι ο Άγγελος ντύθηκε βιαστικά και έκτοτε δεν ξαναείδα το γυμνό του σώμα.
Την έλλειψη αυτή, την ανυπολόγιστη ματαίωση, θα την πληρώνεις μέχρι σπαραγμού. Καταδικασμένος να επανέρχεσαι εδώ ως σκεύος γραφής, ως επικύρωση της έλλειψης.


























