μὰ οὔτε τὴν κούρασή του, τὸν ἀφανισμό του δὲν ἀγαπήσαμε, δὲν σεβαστήκαμε

Τηλεφώνημα σε ιατρείο

Καλησπέρα, γιατρέ μου. Θα ήθελα ένα ραντεβού μαζί σας …

Λίγο σύντομα παρακαλώ, έχω δουλειά

Με παρέπεμψε σε εσάς ο γιατρός που με παρακολουθεί, ο κύριος Μ. Πάσχω από Α. και χρειάζομαι επειγόντως αλλαγή φαρμάκων.

Και τί θέλετε από μένα; Αφού ξέρετε τί έχετε;

Να σας δώ το συντομότερο.

Ε καλά. Περάστε από δώ αύριο μεθαύριο.

Επίσκεψη σε μεγάλο ιδιωτικό νοσοκομείο

Χαίρετε. Πάσχω από Α.

Είσθε σε κρίση αυτή τη στιγμή; Να σας βάλω στο οξυγόνο!

Δεν είμαι σε κρίση, δεν θα μπορούσα να σας μιλήσω αν ήμουν και εξάλλου θα το βλέπατε.

Τί παίρνετε;

Παίρνω το Σ. αλλά δεν με βοηθάει πλέον.

Το Σ. δεν κάνει για την ασθένειά σας. Είσθε βέβαιος ότι έχετε Α.;

Ναι, εδώ και έξι χρόνια.

Αποκλείεται. Αν είχατε Α., δεν θα σας έδιναν Σ. Προφανώς για άλλο σκοπό σας έδωσαν το Σ.

Ξέρετε, γιατρέ, γνωρίζω τί μου γίνεται. Και γνωρίζω πολύ καλά την ασθένειά μου. Το Σ. έχει δοκιμαστεί και για Α., και σε κάποιους ασθενείς, όπως εγώ ώς πρόσφατα, λειτουργεί.

Αηδίες. Η θεραπεία εκλογής για την Α. είναι η Κ. επί δύο εβδομάδες και εν συνεχεία Β. για δύο μήνες.

Πράγματι. Το έχω πάρει αυτό το σχήμα δύο φορές. Την πρώτη φορά, όμως, απλώς μείωσε ελάχιστα τη συχνότητα των κρίσεων και τη δεύτερη δεν έκανε τίποτα.

Αποκλείεται. Σας ξαναλέω ότι αυτό είναι το σχήμα πρώτης επιλογής. Ποιός γιατρός σας παρακολουθεί;

Ο κύριος Μ.

Α, μάλιστα, ο αγαπητός Μ. Τί κάνει; Γιατί δεν πήγατε σε αυτόν;

Διότι βρίσκεται σε διακοπές.

Και δεν έχετε συμφωνήσει μαζί του τί θα παίρνετε σε περιόδους κρίσεων; Δεν σας βρίσκω οργανωμένο. Πρέπει από την πρώτη μέρα να ξεκινάτε σχήμα.

Μα δεν έχουμε καταλήξει ακόμη στο σχήμα που μου ταιριάζει.

Αηδίες. Σας είπα και πριν, η θεραπεία εκλογής είναι η Κ. επί δύο εβδομάδες και εν συνεχεία Β. για δύο μήνες. Αλλά δεν θα σας τα γράψω εγώ, να πάτε στο γιατρό σας όταν επιστρέψει να σας τα γράψει, για να σας παρακολουθήσει κιόλας. Για τον πόνο τί παίρνετε;

Κανονικά Ι. Αλλά αυτή τη φορά δεν έχω πάρει τίποτα ώς τώρα. Γι΄αυτό ήρθα, έχει περάσει μία εβδομάδα, ο γιατρός μου επιστρέφει τη Δευτέρα και χρειάζομαι επιγόντως ανακούφιση.

Θαυμάσια. Πράγματι, το Ι. είναι το καλύτερο. Να πάρετε Ι.

Μα δεν μπορώ να πάρω Ι. αυτή τη φορά διότι παίρνω Σ. και αντενδείκνυται.

Σας είπα, το Σ. δεν κάνει τίποτα για αυτή την ασθένεια. Αλλά έχετε δίκηο, δεν μπορείτε να παίρνετε Ι. εφόσον παίρνετε Σ.

Να κόψω το Σ., λοιπόν;

Ναι, δεν σας κάνει τίποτα.

Υπάρχει και άλλο πρόβλημα. Επιτρέπονται μόνο δύο ενέσεις Ι. την ημέρα και εγώ έχω πέντε έξι κρίσεις!

Χμμ. Είστε σίγουρος; Οι περισσότεροι ασθενείς Α. έχουν δύο, το πολύ τρεις κρίσεις την ημέρα.

Σας ξαναλέω ότι ξέρω τί μου γίνεται.

Καλά λοιπόν. Θα σας γράψω το Ε. για τον πόνο. Το έχετε δοκιμάσει;

Βεβαίως. Αλλά νομίζω ότι είναι πολύ τοξικό και δεν μπορώ να το παίρνω πάνω από μία βδομάδα, δεν είναι έτσι;

Ναι, βεβαίως, αλλά ελπίζουμε ότι σε μία εβδομάδα θα έχει λειτουργήσει η Κ., και συγχρόνως θα παίρνετε και Β. από τη Δευτέρα που θα γυρίσει ο γιατρός σας, οπότε μέχρι να σταματήσετε το Ε. την άλλη βδομάδα, θα έχει αρχίσει να λειτουργεί η Κ. και μέχρι να σταματήσετε την Κ., την παράλλη βδομάδα, διότι και αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, όπως ξέρετε, θα πρέπει να έχει αρχίσει να λειτουργεί το Β.

Ωραία. Θα μου γράψετε δηλαδή τελικά και Κ., εκτός από το Ε.;

Ναι. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν τα έχετε ήδη ξεκινήσει. Ανεύθυνο σας βρίσκω.

Ζητώ συγγνώμη. Έχετε δίκηο.

Και τί άλλο έχετε πάρει;

Δ. και Δ.Ε., Λ., και διάφορα άλλα. Δεν λειτούργησαν όπως ελπίζαμε ο γιατρός μου και εγώ.

Μα φυσικά δεν λειτούργησαν. Αφού είναι θεραπεία δεύτερης και τρίτης εκλογής.

Σας θυμίζω ότι αυτά τα δοκίμασα όταν δεν λειτούργησε η θεραπεία πρώτης εκλογής για την οποία επιμένετε.

Ανοησίες. Πάντα λειτουργεί. Αλλά τί λέω, εδώ φτάσατε να παίρνετε Σ. Άκου Σ.!!!

Αυτό είπαμε ότι το σταματώ από αύριο, σωστά;

Α, όχι, δεν μπορείτε να το σταματήσετε έτσι απότομα. Θα πάθετε σύνδρομο στέρησης και θα χειροτερέψει η Α.

Ωραία, θα μου πείτε πώς να το σταματήσω;

Να μην το σταματήσετε. Αν το σταματήσετε τώρα θα χειροτερέψετε. Αφού περάσει η περίοδος κρίσης, βλέπουμε.

Όπως νομίζετε. Αλλά τί θα γίνει με τα Ι. για τον πόνο που δεν μπορώ να τα παίρνω αφού παίρνω Σ.;

Μα είπαμε, θα παίρνετε Ε. για τον πόνο.

Ναι, αλλά για μία βδομάδα. Μετά τί θα κάνω;

Θα σας πει ο αγαπητός μου Μ., ο γιατρός σας. Εγώ σας δίνω απλώς αυτά τα φάρμακα μέχρι να τον δείτε. Μετά κανονίστε μαζί του. Αντίο και περαστικά.

Ευχαριστώ.

Αναρτήθηκε στις μυθολογούμενα. 4 σχόλια »

σὰν θρόϊσμα νεκρῶν φύλλων

Δεν πιστεύω στην καθαρά αισθητική προσέγγιση της ομορφιάς του ανθρώπινου σώματος. Όταν μιλάμε για το σώμα δεν υπάρχει αισθητικό κριτήριο, υπάρχει μόνο αισθητικό αισθητήριο: μόνο το σώμα, όχι η σκέψη, μπορεί να αποκριθεί σε ένα άλλο σώμα, μόνο το σώμα εισπράττει ένα άλλο σώμα ως ωραίο ή άσχημο. Και το σώμα υπάρχει για να ενώνεται με άλλα σώματα.

Ένας ωραίος άντρας είναι ένας άντρας που το σώμα μου επιθυμεί να αποκτήσει. Ένας άσχημος άντρας είναι ένας άντρας απέναντι στον οποίο το σώμα μου παραμένει αδιάφορο. Τα μάτια μου δεν θέλουν να τον γδύσουν. Τα χέρια μου δεν θέλουν να τον αγγίξουν. Τα χείλη μου δεν θέλουν να τον φιλήσουν. Το σώμα μου δεν θέλει ούτε να τον δεχθεί ούτε να τον κατακτήσει.

Τα νεκρά φύλλα δεν θροΐζουν. Τα νεκρά φύλλα τσακίζονται, γίνονται σκόνη και χάνονται μέσα στην ξηρασία. Όπως και τα άσχημα σώματα: ποτέ δεν θρόισε πραγματικά το στεγνό πτίλωμα του εφηβαίου τους. Η άρδευση προϋποθέτει την ομορφιά. Και η ομορφιά απωθεί την ξηρασία.

Γι’ αυτό αδυνατώ να καταλάβω το νόημα δηλώσεων όπως “αντικειμενικά είναι ωραίος, αλλά δεν θα το έκανα μαζί του”, εκτός αν πρόκειται για έναν ευγενικό τρόπο να πει κανείς “άσχημος είναι, αλλά δεν θέλω να τον στενοχωρήσω”. Στο δικό μου λεξιλόγιο, “ωραίος” θα πει αξιέραστος. Η ομορφιά δεν μπορεί παρά να αφυπνίζει την ερωτική επιθυμία.

Ωστόσο, είναι τόσο δυνατός ο σωματικός δεσμός μεταξύ ομορφιάς και ερωτικής επιθυμίας, που ίσως να είναι άτοπη η αιτιολογική τους σύνδεση. Δεν είναι απαραίτητο να επιθυμεί κανείς κάποιον επειδή είναι ωραίος. Αλλά είναι σαφές ότι αυτός τον οποίο κανείς επιθυμεί είναι ωραίος, ως εκ της επιθυμίας που νιώθει κανείς για αυτόν. Και είναι εξίσου σαφές ότι αυτός τον οποίο δεν επιθυμεί κανείς είναι άσχημος. Στην περιρρέουσα καύλα έγκειται το αληθινό κριτήριο της ομορφιάς.

Αναρτήθηκε στις ομοερωτικά. 5 σχόλια »

gods or vermin

Η Γούντα δουλεύει στο Farah Night Club στην Casablanca, όπου συχνάζουν κυρίως ναυτικοί, μου λέει. Η Γούντα χορεύει στην πίστα και στις αγκαλιές των πελατών που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω. Δίνοντας διακόσια ντιράμ (περίπου 20 ευρώ) στον επόπτη του καταστήματος, ο πελάτης μπορεί να κάνει σεξ με τη Γούντα σε ένα από τα ιδιαίτερα δωμάτια. Η αμοιβή της ίδιας της Γούντα από αυτά είναι πενήντα ντιράμ. Αλλά με εκατό ντιράμ παραπάνω, που οι πελάτες μπορούν να δώσουν κατευθείαν στη Γούντα, στα κρυφά, η Γούντα δέχεται να το κάνει χωρίς προφυλακτικό.

Οι περισσότεροι ζητάνε χωρίς προφυλακτικό, μου λέει. Καταλαβαίνω βέβαια τον κίνδυνο αλλά χρειάζομαι τα λεφτά. Όλες οι δουλειές έχουν τους κινδύνους τους.

Το δέκατο τέταρτο αιώνα ο μαύρος θάνατος μάλλον μεταδιδόταν από δυστυχισμένους προσβεβλημένους ψύλλους που πεινούσαν.

Στον ανεπτυγμένο κόσμο του εικοστού πρώτου αιώνα μεταδίδεται και από χορτάτους καυλωμένους αρουραίους σε ταπεινούς θεούς.

Αναρτήθηκε στις μυθολογούμενα. 1 σχόλιο »

ἂν ἔρθει πάλιν ἡ ἄνοιξη, πάλι θὰ μᾶς ἀφήσει

Φαντάσου μια περίεργη ασθένεια, η οποία κάθε ένα ή δύο χρόνια σε προσβάλλει για μια περίοδο τριων τουλάχιστον μηνών. Στη διάρκεια των μηνών της προσβολής, ένας αφόρητος πόνος, που σε καθιστά ανίκανο για οποιαδήποτε δραστηριότητα, σου επιτίθεται έξι εφτά φορές το εικοσιτετράωρο και δεν υπάρχει τρόπος να τον σταματήσεις ή να τον περιορίσεις. Ο πόνος αυτός δεν διαρκεί περισσότερο από μία ώρα το πολύ: ξεκινά με την αίσθηση ότι το μισό πρόσωπό σου καίγεται, και σε τρία λεπτά έχει μεταμορφωθεί σε αίσθηση πυρακτωμένων καρφιών που βγαίνουν από το μάτι σου. Το μάτι σου δακρύζει ανεξέλεγκτα, το βλέφαρο παραλύει και η μύτη σου βουλώνει. Δεν ξέρεις ποτέ αν ο πόνος θα κρατήσει είκοσι λεπτά, μισή ώρα, τρία τέταρτα ή μία ώρα. Παρ΄όλα αυτά, κοιτάζεις διαρκώς το ρολόι σου και χαίρεσαι για κάθε πεντάλεπτο που σε φέρνει πιο κοντά στο πέρας της κρίσης.

Ο πόνος έρχεται κυρίως στη διάρκεια του ύπνου. Ξυπνάς και αρχίζεις να περπατάς πάνω κάτω, να φωνάζεις, να κάνεις αέρα, να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, να τσιμπάς το σώμα σου με μια βελόνα ή να το σκίζεις με ένα ψαλίδι ώστε να μετακομίσει ο πόνος στο σημείο του τσιμπήματος ή της πληγής, κοιτάζοντας, όλη αυτή την ώρα, διαρκώς το ρολόι σου, παρακαλώντας ο χρόνος να περάσει πιο γρήγορα. Κάποτε ο πόνος εξαφανίζεται, τόσο ξαφνικά όσο ήρθε, και επιστρέφεις στο κρεβάτι. Κοιμάσαι εξαντλημένος μέχρι την επόμενη επίθεση του πόνου.

Κάθε τόσο επισκέπτεσαι το γιατρό για να του πεις πως ούτε το τελευταίο φάρμακο που συνταγογράφησε είχε αποτέλεσμα, αν και όλα καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν τις υποσχεμένες παρενέργειες.

Ποτέ δεν ξέρεις για πόσες ώρες (ενίοτε για πόσα λεπτά) θα σε αφήσει ελεύθερο ο πόνος. Στο μεταξύ, η πλευρά του κεφαλιού σου που υποφέρει αναπτύσσει μια μόνιμη ευαισθησία. Όταν σου χαϊδεύουν το μάγουλο, όταν αγγίζεις το μέτωπό σου, όταν χτενίζεσαι, αισθάνεσαι μια ελαφρά ενόχληση, τέτοια που κάποιος υγιής θα μπορούσε να αποκαλέσει και πόνο, αλλά εσύ, έχοντας ανεβάσει σε ύψη δυσθεώρητα το κατώφλι του πόνου, χάρη στην εμπειρία σου, αντιλαμβάνεσαι απλώς τη σκιά μιας ενόχλησης.

Ποτέ δεν ξέρεις, επίσης, πόσες εβδομάδες ή μήνες θα κρατήσει, αυτή τη φορά, η επίθεση της ασθένειας. Ούτε αν θα υπάρξει και αυτή τη φορά, όπως όλες τις προηγούμενες, τέλος της επίθεσης. Κάθε φορά τα πράγματα σου φαίνονται χειρότερα από την προηγούμενη. Και γνωρίζεις ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα να εξελιχθεί η ασθένεια σε χρόνια, οπότε δεν θα υπάρχουν πλέον ποτέ περίοδοι ανάπαυλας ενός ή δύο ετών, όπως τώρα.

Φαντάσου τώρα ότι η ασθένεια αυτή είναι άγνωστη στη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων καθώς και σε πολλούς γιατρούς. Επομένως φαίνεται σαν να μην σε καταλαβαίνει κανείς. Όλοι σε θεωρούν έναν δειλό, ανίκανο να αντιμετωπίσει κάτι τόσο απλό όσο ο πονοκέφαλος. Στο κάτω κάτω, σκέφτονται, όλους μας πιάνει πονοκέφαλος, κάποιους και ημικρανία, πού και πού, αλλά δεν κάνουμε σαν τρελοί. Στη δουλειά σου, δεν δικαιολογεί κανείς το διαρκή φόβο σου για την επόμενη επίθεση, ούτε τις συχνές αργοπορίες. Οι φίλοι σου δεν σου συγχωρούν την απροθυμία σου να τους συναντήσεις.

Όταν, στη μέση ενός δείπνου, εξαφανίζεσαι ξαφνικά στον κήπο ή στο δρόμο, ακόμη και το χειμώνα, ακόμη και υπό βροχήν, για να μην καταστρέψεις τη διασκέδαση των φίλων σου με το θλιβερό θέαμα που ξέρεις ότι θα παρουσιάζεις στη διάρκεια της κρίσης, αλλά και για να μπορείς να ουρλιάζεις όσο σου είναι απαραίτητο, η πιο συχνή, η πιο λογική αντίδραση είναι βεβαίως η δυσπιστία.

Αλλά τις ώρες που δεν σε σφίγγει η μέγγενη του πόνου, ψάχνεις στο διαδίκτυο και, ευτυχώς, βρίσκεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν τί σου συμβαίνει: οι ασθενείς που πάσχουν από την ίδια ασθένεια. Και οι ελάχιστοι ειδικοί γιατροί. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο σε παρηγορούν οι περιγραφές των γιατρών: “ο χειρότερος πόνος που γνωρίζει η ιατρική κοινότητα”, “ο πόνος είναι πιο ισχυρός από αυτόν που νιώθει κανείς όταν τον ακρωτηριάζουν χωρίς αναισθητικό”, “πόνος οξύτερος από τους πόνους του τοκετού”, “γνωστή και ως αυτοκτονική κεφαλαλγία, για προφανείς λόγους”

Είναι παράδοξη η χαρά που νιώθεις διαβάζοντας αυτές τις φρικαλέες περιγραφές. Χαίρεσαι τόσο που δεν σε πειράζει ότι λίγο παρακάτω λέει πως δεν υπάρχει θεραπεία και ούτε η αιτιολογία είναι γνωστή. Ίσως, όμως, δεν είναι τόσο παράδοξο τελικά το γεγονός πως ακόμη και μέσα σε όλο αυτόν τον πόνο αυτό που κυρίως σε ανακουφίζει είναι η γνώση πως κάποιος σε καταλαβαίνει, κάποιος νιώθει τί περνάς, κάποιος συμπονά.

Το πιο φοβερό στοιχείο της νόσου είναι η μοναξιά και η αβεβαιότητα τις οποίες επιβάλλει. Οι ρυθμοί της ζωής και οι συνήθειες των ασθενών αναγκαστικά αλλάζουν. Ο ύπνος δεν είναι ποτέ αρκετός. Εφησυχασμός δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει. Οι κοινωνικές συναναστροφές μειώνονται δραστικά. Όταν βρίσκεται κανείς σε περίοδο κρίσεων η κούραση είναι μόνιμη. Το ίδιο και η ανησυχία για το πόσο σύντομα θα έρθει η επόμενη επίθεση. Όταν πλησιάζει η ώρα του ύπνου, η ανησυχία παίρνει διαστάσεις πανικού: στη διάρκεια του ύπνου είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν πολλαπλές επιθέσεις. Όταν δεν βρίσκεται κανείς σε περίοδο κρίσεων ανησυχεί για το πόσο σύντομα θα ξεκινήσει ο επόμενος κύκλος – θα μπορούσε να είναι μετά δύο μόλις εβδομάδες.

Ακόμη πιο φοβερές είναι οι ενοχές που νιώθει κανείς απέναντι στους ανθρώπους που είναι πραγματικά κοντά του. Ο ασθενής πάσχει από μια νόσο. Ο σύντροφος του ασθενούς, όμως, επιπροσθέτως των συνεπειών στην κοινή τους κοινωνική ζωή, τις οποίες κατ΄ανάγκην υφίσταται, αν και ο ίδιος δεν ασθενεί, είναι αναγκασμένος να παρακολουθεί, ανίκανος να πράξει ο,τιδήποτε, τις πολλαπλές καθημερινές μάχες του ασθενούς με τον πόνο.

Όπως οι συγγενείς των χωρίς ελπίδα καρκινοπαθών στα σαλονάκια του Άγιου Σάββα: ανήμποροι. Μόνο που ο ανίατος καρκίνος, και οι πόνοι των τελικών σταδίων, έχουν ορατό τέλος, ορατή εξέλιξη και βέβαιη κατάληξη. Ακούει κανείς τους συγγενείς, και μερικούς ευαίσθητους γιατρούς, να λένε “μακάρι να τελειώσουν γρήγορα τα βάσανά του” και γνωρίζει ότι πράγματι θα τελειώσουν.

Φαντάσου, όμως, να είσαι ο σύντροφος κάποιου του οποίου τα βάσανα δεν θα τελειώσουν. Στον οποίο η νόσος επανέρχεται τακτικά, επί πολλές δεκαετίες, με πόνους φρικτούς τους οποίους τίποτε δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Ξαφνικά, ενώ όλα είναι καλά, ένα βράδυ ο πόνος ξαναχτυπά και τότε ξέρεις ότι σε περιμένουν μήνες (δεν έχεις ιδέα πόσοι, αλλά ελπίζεις να μην είναι πάνω από τρεις) κατά τη διάρκεια των οποίων η ζωή σας πρέπει να αλλάξει και εσύ, μοιραία, να μεταμορφωθείς στο μόνιμο, αλλά και τραγικά ανίκανο, νοσοκόμο ενός ανθρώπου που αγαπάς και που πρέπει να τον βλέπεις να υποφέρει αφόρητα. Και τις ώρες που είναι ελεύθερος πόνου να πρέπει να παρακολουθείς το ξετύλιγμα όλων των συμπτωμάτων μιας μανίας καταδίωξης, με τη διαφορά ότι η καταδίωξη είναι πραγματική και ο διώκτης είναι η νόσος.

Και μέσα σε όλα αυτά επιβιώνεις. Του χαμογελάς. Του κρατάς το χέρι. Τον φιλάς. Τον χαϊδεύεις. Και περιμένεις υπομονετικά να περάσει κι αυτό και να σου χαμογελάσει και εκείνος.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 8 σχόλια »

the meaningless hegemony of the involuntary

Το τελευταίο μας δείπνο στην Ταγγέρη μου θύμισε μία ταινία που είδα πριν πολλά χρόνια, σπονδυλωτή. Νομίζω ότι ένα κομμάτι της ήταν του Παζολίνι, και μία εξαίσια Ιταλίδα ηθοποιός, δεν θυμάμαι ποια, ίσως η Silvana Mangano ή η Laura Betti, έπαιζε τη μεγάλη σταρ του σινεμά, η οποία σε ένα δείπνο ή μία δεξίωση όπου ήταν καλεσμένη λιποθυμά.

Οι άλλες γυναίκες, τάχα για να την ελαφρύνουν ενώ είναι ακόμη λιπόθυμη, αρχίζουν να την απογυμνώνουν από όλα όσα της εξασφάλιζαν την απόκοσμη γοητεία της: τις κατάμαυρες ψεύτικες βλεφαρίδες, το makeup, τα κοσμήματα, την περούκα…

Το ωραιóτερο τραπέζι του εστιατορίου, πλάι στα σκαλιά της φωτισμένης πισίνας, ήταν στρωμένο με τα πιο πολυτελή σερβίτσια, αλλά αυτοί που το είχαν κλείσει δεν είχαν καταφθάσει ακóμη. Εν τω μεταξύ, ολóκληρο το υπóλοιπο εστιατóριο είχε γεμίσει. Και óλοι κοίταζαν με φθóνο το άδειο τραπέζι με τα υπέροχα σερβίτσια και το ταμπελάκι reservé.

Κάποιο παιδάκι έκανε τελικά την αρχή. Περνώντας δίπλα απó το αξιοφθóνητο τραπέζι για να πάει στην τουαλέτα, βούτηξε μια πετσέτα. Σε λίγο, δεύτερο παιδάκι πήγε και έκλεψε το αλατοπίπερο. Οι ενήλικες δεν άργησαν να μπουν και αυτοί στο παιχνίδι. Σαν συνεννοημένοι απασχολούσαν τους σερβιτóρους ώστε άγνωστοι, απó άλλες παρέες, να πάνε να κλέψουν τα ποτήρια, τα πιάτα, τα μαχαιροπήρουνα, το βάζο με το τριαντάφυλλο, το τραπεζομάντιλο, την τσóχα κάτω απó το τραπεζομάντιλο, τα μαξιλαράκια απó τις καρέκλες και το καπέλο του φωτιστικού.

Η óλη διαδικασία της πλήρους απογύμνωσης του τραπεζιού, αν και μη προμελετημένη, αυθóρμητη και χωρίς πρóγραμμα, πήρε μóνο πέντε λεπτά, στη διάρκεια των οποίων στους σερβιτóρους δεν δόθηκε ούτε για μια στιγμή η δυνατóτητα να στρέψουν το βλέμμα τους προς τη σκηνή του εγκλήματος. Η αλήθεια είναι πως ένας δύο απó αυτούς είχαν με την άκρη του ματιού συλλάβει την αναταραχή, αντιλήφθηκαν óμως πως η αναμφισβήτητη υπεραπασχóληση που τους είχαν επιβάλει οι θαμώνες θα αποτελούσε επαρκέστατο άλλοθι στην περίπτωση που τους προσήπτε συνεργία ή συνενοχή ο μαιτρ. Επομένως, και απóντος του μαιτρ, ο οποίος βρισκόταν απó ώρα στην πóρτα για να υποδεχθεί τους υψηλούς καλεσμένους, οι σερβιτóροι έκαναν τα στραβά μάτια, απολαμβάνοντας ενδομύχως το χουνέρι που απεργάζονταν οι πελάτες.

Τη στιγμή που ο μαιτρ υποδεχόταν στην πóρτα τους υψηλούς του πελάτες, τα παιδάκια είχαν ολοκληρώσει την επάλειψη του γυμνού ξύλινου τραπεζιού με βούτυρο και μισομασημένες καραμέλες και οι σφήκες του παρακείμενου κήπου είχαν σχηματίσει σμήνος στο κέντρο του τραπεζιού.

Ίσα που προλάβαμε να απομακρύνουμε τον αγαπημένο μας Φουάντ από την οργή του μαιτρ, που ξέσπασε στους υπόλοιπους σερβιτόρους ενώ εμείς απασχολούσαμε τον Φουάντ με ερωτήσεις για το μενού και ανακρίσεις για την προέλευση των διαφόρων κρασιών της λίστας.

Το άλλο πρωί, έπρεπε να ξυπνήσουμε πολύ νωρίς. Καίτοι η διαδρομή ώς την Ασίλα, óπου βρισκóταν το σανατóριο, θα διαρκούσε λιγóτερο απó μία ώρα, η αίσθηση που είχαμε, τóσο κατά την προετοιμασία, óσο και στην ίδια τη μετάβαση μέσα στο τεράστιο μπεζ ταξί, ήταν η αίσθηση ενóς πολυήμερου, δύσκολου ταξιδιού μέσα απó δύσβατους δρóμους. Η φθισική, ντυμένη στα λευκά, με ένα υποκίτρινο καπέλο στο κεφάλι και κραγιóν στην απóχρωση του σάπιου μήλου, το οποίο τóνιζε μάλλον παρά κάλυπτε τη νοσηρή αναιμία των χειλιών της, καθóταν στο πίσω κάθισμα μαζί με το Γ., βήχοντας σποραδικά. Τα πετρώδη παραθαλάσσια τοπία διαδέχονταν το ένα το άλλο χωρίς το σκληρó κίτρινο χρώμα τους να παραλλάσεται στο ελάχιστο.

Δεν ξέραμε γιατί η Ουρανία είχε επιλέξει να νοσηλευθεί στο συγκεκριμένο σανατόριο. Οι περισσότεροι άνθρωποι στη θέση της θα έμεναν στην Ελλάδα, θα νοσηλεύονταν σε ένα υπερσύγχρονο νοσοκομείο όπου η φυματίωση δεν είναι μοιραία και θα απέφευγαν τα ταξίδια και τις ταλαιπωρίες μέχρι να ιαθούν. Η Ουρανία, όμως, ενώ γνώριζε για την ασθένειά της, αποφάσισε να μας ακολουθήσει στην Ταγγέρη και μετά λίγες μέρες να μεταφερθεί στο παλιό σανατόριο της Ασίλας, για να περάσει τις τελευταίες μέρες μιας ζωής που θα μπορούσε σχετικά εύκολα να είχε σώσει.

Και ενώ όταν πρωτοήρθε φαινόταν εντελώς υγιής, ώρα με την ώρα άφηνε το σώμα και το πρόσωπό της όλο και περισσότερο στο έλεος της καλπάζουσας, πλέον, αρρώστιας. Τη βραδιά του εστιατορίου ήταν ήδη εμφανώς άρρωστη. Το επόμενο πρωί φαινόταν πια ετοιμοθάνατη.

Αποφασίσαμε να μείνουμε στην Ασίλα ώσπου να πεθάνει η Ουρανία. Κάθε απόγευμα, μετά το μπάνιο στη θάλασσα και τον απογευματινό καφέ, την επισκεπτόμαστε στο σανατόριο, που έμοιαζε σαν να έχει βγει από τις σελίδες κάποιου μυθιστορήματος των αρχών του προηγούμενου αιώνα.

Το τέταρτο απόγευμα η Ουρανία έπεσε σε κώμα. Φυσικά, κανείς δεν το είχε αντιληφθεί, ούτε καν ο νοσοκόμος που μας συνόδευσε στο δωμάτιό της.

Στην αρχή, νομίσαμε ότι κοιμόταν. Καθώς όμως δεν ξυπνούσε, πλησίασα στο πρόσωπό της για να ακούσω την ανάσα της και αντιλήφθηκα ότι ήταν εξαιρετικά αδύναμη. Ο Γ. της άνοιξε το ένα μάτι με το χέρι του. Φάνηκε η κόρη του ματιού, αλλά η Ουρανία δεν μας έβλεπε. Σκεφτήκαμε να καλέσουμε ένα γιατρό ή τουλάχιστον το νοσοκόμο. Αλλά γνωρίζαμε ότι ήταν πολύ δύσκολο να εντοπίσεις το νοσηλευτικό προσωπικό του σανατορίου. Εξάλλου, η Ουρανία είχε δηλώσει απροκάλυπτα ότι ήθελε να την φέρουμε σε αυτό το σανατόριο για να πεθάνει και το κώμα της ήταν σαφώς ο προάγγελος του περιπόθητου θανάτου.

Επιστρέψαμε την επομένη το πρωί. Ο νοσοκόμος που μας υποδέχθηκε θα μπορούσε να είναι (και μάλλον ήταν) δίδυμος αδελφός του Φουάντ, αλλά δεν το θεωρήσαμε πρέπον κάτω από τις συνθήκες αυτές του επικείμενου θανάτου της φίλης μας να τον ακολουθήσουμε στο ημίφως του χαμάμ που μας υπέδειξε. Τον ευχαριστήσαμε και κατευθυνθήκαμε στο δωμάτιο της Ουρανίας.

Εκ πρώτης όψεως δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε αν εξακολουθούσε να είναι ζωντανή. Ούτε τολμήσαμε αυτή τη φορά να πλησιάσουμε για να ακούσουμε την αναπνοή της ή να ψάξουμε το σφυγμό της ή να της ανοίξουμε τα μάτια.

Μετά λίγη ώρα παρατηρήσαμε ένα ανεπαίσθητο τίναγμα του μικρού δαχτύλου του αριστερού της χεριού. Ήταν ζωντανή. Το τίναγμα επαναλαμβανόταν κάθε δέκα λεπτά περίπου. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως ήταν κάποια κίνηση αντανακλαστική, της οποίας ασφαλώς η ίδια δεν είχε καμία συναίσθηση και κανέναν έλεγχο. Έπειτα παρατηρήσαμε και μία εξίσου ανεπαίσθητη κίνηση στο λαιμό. Σαν να ήθελε να βήξει μέσα στο βαθύ ύπνο της, αλλά χωρίς βέβαια να είναι σε θέση να θέλει τίποτα.

Το μεσημέρι φύγαμε, αφήνοντας τη Ουρανία στην ίδια ακριβώς κατάσταση στην οποία την είχαμε βρει. Η θάλασσα μας περίμενε.

Την άλλη μέρα, οι πολλοί εξαίσιοι πειρασμοί που μας περιέβαλλαν δεν μας επέτρεψαν να επισκεφθούμε το σανατόριο πριν βραδιάσει.

Στο δωμάτιο της Ουρανίας κάποιος είχε ανοίξει το παράθυρο. Πολλές παχιές μύγες είχαν εισβάλει. Κάποιες έτρωγαν τη χαρίρα που κάποια τραπεζοκόμος είχε αφήσει στο κομοδίνο, αλλά οι περισσότερες περπατούσαν πάνω στο πρόσωπο της Ουρανίας. Πλησίασα κα πήγα να τις διώξω με ένα νεύμα του χεριού, αλλά καμιά δεν πέταξε. Σαν να τους είχαν κόψει τα φτερά, συνέχισαν να τρέχουν πάνω κάτω στο ακίνητο πρόσωπό της.

Ήμαστε πλέον σχεδόν σίγουροι πως η Ουρανία είχε πεθάνει. Επιπροσθέτως των μυγών, υπήρχε και μια έντονη ξινή μυρωδιά που μου θύμισε τις οσμές που έφταναν τα βράδια ώς το μπαλκόνι του διαμερίσματος του φίλου του Διονύση δίπλα στο πρώτο νεκροταφείο. Μείναμε να την παρατηρούμε για πολλή ώρα, με την ελπίδα ότι θα ξαναδούμε το τίναγμα στο αριστερό της χέρι ή στο λαιμό. Καμία κίνηση. Άνοιξα το ένα μάτι της και έμεινε ανοιχτό. Χρειάστηκε να το ξανακλείσει ο Γ., αφού σκούπισε με ένα χαρτομάντιλο τις μύγες που αμέσως άρχισαν να περπατούν επάνω στο βολβό.

Καθώς η Ουρανία δεν είχε συγγενείς, αποφασίσαμε να αποφύγουμε την ταλαιπωρία της μεταφοράς και της ταφής της σορού. Μαζέψαμε τα πράγματά της, αφήσαμε το πτώμα στο σανατόριο και πήραμε το βραδινό τραίνο για το Μαρακές.

Τις υπόλοιπες μέρες των διακοπών μας θα τις περνούσαμε χωρίς την πίεση του επικείμενου θανάτου. Σαν να μην πέθαινε ποτέ κανείς. Σαν ένα αθάνατο παρόν να ήταν δυνατό να διασταλθεί εις το διηνεκές.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 2 σχόλια »