
Τα αληθινά πρόσωπα, όπως και τα αληθινά άνθη, έχουν το θλιβερό ελάττωμα ότι μαραίνονται. Επιλέγει κανείς το σωστό βάζο, τη σωστή ανθοστήλη, στολίζει τα ευωδιαστά λουλούδια που μόλις έχει προμηθευτεί ή, αν ζει κοντά στη φύση, που μόλις έχει κόψει, και σε πολύ λίγες μέρες έχουν μαραθεί, έχουν πεθάνει και κρέμονται τα νεκρά μέλη τους από την άκρη του βάζου, και πέφτουν τα ξερά πέταλα στο πάτωμα.

Ενώ οι εικόνες των ανθέων, όπως οι εικόνες των προσώπων, συλλαμβάνουν μια μόνο στιγμή, κατάλληλα φωτισμένη, με τεχνητά ευχάριστο τρόπο, και η αποτύπωση της επιτηδευμένης ομορφιάς μένει πάντα ίδια, χωρίς να ανησυχεί κανείς για τη φθορά, τη φθίση, τη γήρανση, το μαρασμό, το θάνατο. Οι εικόνες έχουν το εξαιρετικό προσόν ότι δεν πεθαίνουν.

Ακόμα καλύτερα τα τεχνητά άνθη. Και από αυτά, τα ωραιότερα είναι οπωσδήποτε όσα είναι φτιαγμένα από μετάξι, καθώς διατηρούν μια ανάμνηση της φυσικής τους καταγωγής και μια αίσθηση λεπτής αφής, ενώ είναι, βεβαίως, ψεύτικα. Το είδωλο των ανθέων από μετάξι μέσα σε έναν περίτεχνο βενετσιάνικο καθρέφτη δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με τη θέα των αληθινών λουλουδιών, που πλήρη αισχρών σκουληκιών πεθαίνουν καθημερινά σε κήπους και δάση.

Τα πρόσωπα μαραίνονται εξίσου. Ενώ τα προσωπεία, τα φαντάσματα, τα είδωλα ανθρώπων που ήταν μια φορά – πλάθονται με τον τρόπο που θέλει κανείς. Όποια απόχρωση θέλει κανείς τους δίνει. Τα χρώματά τους προέρχονται από μία παλέτα, όχι από τις επισφαλείς αποφάσεις της φύσης. Και μένουν ίδια για πάντα, δεν υπόκεινται στους νόμους της φθοράς. Δεν πεθαίνουν. Ζουν κάπου αλλού, κάπως αλλιώς. Σύμφωνα με τη θέλησή σου, σύμφωνα με την τέχνη της δημιουργίας τους.

Η σύγκριση τελικά δεν γίνεται μεταξύ του προσώπου και του προσωπείου. Όπως δεν γίνεται σύγκριση μεταξύ των τεχνητών και των φυσικών ανθέων. Η μόνη δυνατή σύγκριση είναι μεταξύ των ανθέων και του περιβάλλοντος χώρου – εξετάζει κανείς αν είναι κατάλληλο το βάζο για τα συγκεκριμένα άνθη, αν τα χρώματα ταιριάζουν με τα χρώματα του δωματίου, αν τα κάδρα που βρίσκονται κοντά τους, και κυρίως οι κορνίζες των κάδρων, ταιριάζουν με τα πέταλα των ανθέων.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εξετάζει κανείς τα προσωπεία. Τα συγκρίνει όχι με τα πρόσωπα αλλά με τον περιβάλλοντα χώρο. Φροντίζει για τη λογική συνέπεια, την εσωτερική συνοχή των προσωπείων, αδιαφορώντας για τη σχέση τους με τον κόσμο έξω από αυτά. Έξω από αυτά υπάρχουν μόνο τα φθαρτά πρόσωπα. Τα προσωπεία οφείλουν να ταιριάζουν το ένα με το άλλο, να ταιριάζουν με τους χώρους, με τα τεχνητά αρώματα, με τις περιρρέουσες λέξεις. Και να μένουν άφθαρτα.



















