
Ζητώ καταρχήν να μην χάσουν το χρόνο τους διαβάζοντας αυτό το κείμενο οι σίγουροι. Οι αβέλτεροι. Οι αυχμηροί. Και όσοι δεν γουστάρουν τα κείμενά μου. Γιατί το κείμενο αυτό θα το μισήσουν περισσότερο από όλα.
Το κείμενο αυτό απευθύνεται στους εκκρεμείς. Σε αυτούς οι οποίοι, όπως εγώ, δεν γνωρίζουν παρά ελάχιστα από όσα θα ήθελαν να γνωρίζουν, δεν αισθάνονται παρά ελάχιστα από όσα οι αισθήσεις θα έπρεπε να τους κομίζουν, δεν κινούνται παρά όσο χρειάζεται για να αποφύγουν τα έλκη κατακλίσεως. Και για τους οποίους δεν αποτελεί απώλεια η απόλαυση της γραφής. Τέλος, το κείμενο αυτό αφιερώνεται, αν και δεν απαντά, σε αυτούς που διερωτώνται για το νόημα του νοήματος, αμφιβάλλουν για το ύφος του ύφους και, κυρίως, τρομάζουν ενώπιον της φοβερής αλήθειας ότι ο εγκέφαλος κινείται.
Ο τρόπος της γραφής δεν είναι το θέμα της αλλά περιλαμβάνει το θέμα της, δεν αντιπαρατίθεται σε αυτό. Λέω “τρόπος” και όχι “ύφος”, ακριβώς για να αποφύγω το διχασμό μορφής και περιεχομένου. Ο τρόπος είναι η σημασία, η μορφή και το άκουσμα. Αλλά η σημασία δεν προκύπτει από δηλώσεις περί της θεματολογίας την οποία υποτίθεται ότι πραγματεύεται η γραφή, η σημασία προκύπτει από την ίδια τη γραφή στην ολότητά της. Προκύπτει, επομένως, από την αλληλουχία και τη διαντίδραση όλων των επιπέδων της γραφής.
Να ένα αγοραίο (και καθόλου φανταστικό) παράδειγμα: Δεν είμαι ομοφοβικός, μωρή αγριοπουστάρα, δηλώνει μία γραφή με τίτλο Κάτω οι φασίστες. Ο τρόπος της γραφής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αντιστρατεύεται το δηλωμένο θέμα. Δεν χρειάζεται να χάσει κανείς χρόνο ασχολούμενος με το αυταπόδεικτο. Ούτε χρειάζεται να σκεφθεί για να αποφανθεί για τον τρόπο του είναι που δηλώνεται σαφώς από τον τρόπο της γραφής: προκύπτει προφανώς πως πρόκειται για πραιτωριανό των πραξικοπηματιών της προγραφής, της προσυπογραφής και της παραδοξολογίας.
Ο τρόπος της γραφής είναι η επιλογή των λέξεων, όπου η γενική των λέξεων, για να θυμηθώ τις φιλολογικές μου σπουδές, μπορεί να ερμηνευθεί ως γενική υποκειμενική ή γενική αντικειμενική: οι λέξεις επιλέγουν τον τρόπο ή ο τρόπος επιλέγει τις λέξεις. Τείνω να ταχθώ με την πρώτη άποψη. Οι λέξεις είναι τόσο βεβαρημένες, τόσο πλήρεις δηλώσεων και συμπαραδηλώσεων, τόσο απεμπολημένες και συμπυκνωμένες, ώστε το υπερπροσδιορισμένο σημαίνον το οποίο χτίζουν είναι, εν πολλοίς, απροσπέλαστο από την πρόθεση του γράφοντα. Και επειδή τον γράφοντα τον γνωρίζω μόνο από τη γραφή, οι λέξεις γράφουν τον γράφοντα. Τον προδίδουν και τον αποκαλύπτουν.
Να ένα λιγότερο αγοραίο, εξίσου αυθεντικό, παράδειγμα: η λέξη καθρέφτης στα δικά μου κείμενα, ασχέτως δηλωμένης θεματολογίας. Δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει τον καθρέφτη στην είσοδο του Καβάφη, τη φρικιαστική υποδούλωση στη γλώσσα του Lacan, το κάτοπτρο του Καβάφη, την κακιά μάγισσα της Χιονάτης, τον Humpty Dumpty του Carroll, το βλέμμα, το είδωλο, το άγαλμα, τη σχισμή. Οι συμπαραδηλώσεις, δε, σαρκώνονται μέσα από εικόνες που προσπαθούν να παραπέμψουν στον παραδειγματικό άξονα του οποίου υπέρκεινται. Κάθε σκαλί αυτής της πολύσημης αλυσίδας οδηγεί σε ένα νέο σκαλί πολυσημίας, πότε ηθελημένης, πότε τυχάρπαστης, πότε ενσυνείδητης, πότε Άλλης, όμως ο τρόπος της γραφής, με την αναγκαία πολυθυμία της, παραπέμπει στο πρόσωπο που υπόκειται αυτής, στην κυκλικότητα του ίδιου του ιστολογίου και την ερμητική ειρωνεία του τίτλου του.
Ο τρόπος της γραφής είναι επομένως ο τρόπος του είναι. Όχι ο τρόπος ενός σταθερού και απαράλλαχτου όντος, αλλά ενός είναι που τείνει, αλλά ποτέ δεν καταφέρνει, να ισορροπήσει ανάμεσα στα ερείπια των σημαινόντων που αλληλοαναιρούνται και παράγουν τις σημασίες που εξ υπαρχής τα δυνάστευαν. Η απλουστευτική θέαση του τρόπου της γραφής ως μορφής ή περιεχομένου ή ως σύναψης των δύο αποτελεί πλάνη, διότι ο τρόπος της γραφής είναι η υπονόμευση της μορφής και του περιεχομένου μέσω της ανάδυσης διηνεκώς νέων σημαινομένων, που δομούνται από την διηνεκή κίνηση του είναι. Η γραφή είναι η εντροπία του είναι.
Das Sein versammelt das Seiende darin, daß es Seiendes ist. Das Sein ist die Versammlung – Λόγος. Το είναι διηνεκώς αρθρώνει το ον. Έξω από το λόγο, δεν μπορεί να νοηθεί ον. Αλλά για να νοηθεί, πρέπει να γίνει αντικείμενο της νόησης. Για να υπάρξει το ον, υπόκειται στο όνομα του πατρός, υπόκειται στη διαρθρωτική ηγεμονία της γλώσσας, υπόκειται και υποδουλώνεται στο νόμο του πατρός και τότε μόνο νοείται ως ολότητα προς την οποία τείνει χωρίς να φτάνει. Αυτή η τάση είναι το είναι.
Ο εγκέφαλος κινείται. Όχι με τον τρόπο της μετακίνησης, αλλά με αυτό που ο Χειμωνάς ονομάζει ροϊκότητα: έναν παλμό που διαρκώς παραλλάσσει τις χημικές ισορροπίες του φλοιού του, δημιουργώντας μορφώματα τα οποία ποτέ δεν φτάνουν εκεί όπου είναι ο προορισμός του εγκεφάλου. Οι εγκεφαλικές δράσεις δεν τελειώνουν ποτέ, διότι αενάως προκαλούν αλλαγές στο περιβάλλον οι οποίες υποχρεώνουν τον εγκέφαλο να αποκριθεί και τον παγιδεύουν σε ένα εκκρεμές παίγνιο χωρίς προορισμό, ένα ακατάπαυστο fort-da.
Η γλώσσα είναι το σύμπτωμα αυτής της αμφιταλάντευσης του εγκεφάλου. Από το λεκτικό στο μη-λεκτικό και πάλι πίσω. Το χημικό αποτύπωμα αυτής της αμφιταλάντευσης στις συνάψεις είναι πραγματικό. Η γλώσσα παγιδεύει τον εγκέφαλο και τον εξαναγκάζει στην αέναη κίνηση, γιατί η γλώσσα είναι η νόηση και η νόηση υπόκειται στα δεσμά της γλώσσας.
Η λειτουργία της γλώσσας δεν είναι να επικοινωνήσει, αλλά να επικαλεσθεί, μας λέει ο επίγονος. Αυτό που αναζητώ στο λόγο είναι η απόκριση του άλλου. Αυτό το οποίο με συγκροτεί ως υποκείμενο είναι η ερώτηση που του υποβάλλω. Ο τελικός στόχος δεν μπορεί ποτέ να φταστεί, θα είναι πάντα ένας υποθετικός τετελεσμένος μέλλων. Και εδώ έγκειται η τρομερή βλασφημία των πλατωνικών διαλόγων: καταφάσκουν την ενσωμάτωση της επιθυμίας του Σωκράτη, την εγκόλπωση του φαλλού, την άφιξη στο χώρο του άρρητου.
Όταν ο υπέροχος Χαρμίδης κάθησε πλάι στο Σωκράτη, οι λέξεις τον εγκατέλειψαν προς στιγμήν διότι εἶδόν τε τὰ ἐντὸς τοῦ ἱματίου καὶ ἐφλεγόμην καὶ οὐκέτ’ [ἐπ’] ἐμαυτοῦ ἦν. Η σημασία είναι σαν τη σχισμή του ιματίου του Χαρμίδη, μέσω της οποίας ο Σωκράτης σαγηνεύτηκε από τη χάρη του σώματος του νέου. Και τόσο πάγκαλος ήταν ο Χαρμίδης, ώστε εἰ ἐθέλοι ἀποδῦναι, δόξει σοι ἀπρόσωπος εἶναι.
Το σημαινόμενο είναι πάντα η επιθυμία. Ο Jacques-Alain Miller του Σωκράτη επεμβαίνει ευεργετικά και φροντίζει πάντα ο Maître να παίρνει μαζί του τον εκάστοτε ευειδή νέο με το πέρας της συνεδρίας, ώστε αιρετικά να ενσωματωθεί η μεταβίβαση. Έτσι ο Σωκράτης εμφανίζεται πάντα ως υπερκείμενος της Επιθυμίας, ως χορτάτος, κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά συγχρόνως, μοιραία, ο λόγος που αρθρώνει δεν είναι παρά λόγος ερωτικός, λόγος σαγηνευτικός, λόγος εκμαυλιστικός ασχέτως αφορμής. Το ένδυμα του σημαίνοντος είναι πάντα κάποια quidditas, η αλυσίδα του όμως οδηγεί σταθερά και αναπότρεπτα στο κρεβάτι.
Η γραφή μένει μετέωρη μέσα στην ματαιωμένη επιθυμία. Ωστόσο, le texte est un objet fétiche et ce fétiche me désire. Le texte me choisit, par toute une disposition d’écrans invisibles, de chicanes sélectives. Το κείμενο με ποθεί, το κείμενο με επιλέγει, το κείμενο είναι ένα φετίχ. Αρθρώνεται με σκοπό να με εγκολπωθεί, να με απορροφήσει, κυρίως: να με λέξει, να με αρθρώσει, να με συστήσει.
Το μόνο νόημα που μπορεί να έχει επομένως η γραφή είναι το εκκρεμές ανάμεσα στην επιθυμία και στο όνομα του πατρός. Αυτοί είναι οι δύο πόλοι της παγίδευσης του είναι. Η εγγενής παραφασία της γλώσσας οφείλεται στην αέναη, αν και μάταιη, απόπειρα να ενσωματωθεί η επιθυμία μέσα στο σύμπτωμα του ονόματος του πατρός. Ο Σωκράτης υπάρχει μόνο ως όνομα ψιλόν, ως επιθυμία του Πλάτωνα, ως γλωσσικό σύμπτωμα της υστερίας του Πλάτωνα. Η σπηλαιώδης οἴκησις δεν ενεστωποιείται ποτέ.
Το σημαινόμενο δεν επικαθορίζεται από το θέμα της γραφής. Το θέμα είναι το δέλεαρ. Η ουσία είναι η επιθυμία.
20 Απριλίου 2006 στις 8:33 μμ
den katalava ti-po-ta
ute tin epilogi foto katalava
20 Απριλίου 2006 στις 11:05 μμ
Φίλε,
παρακολουθώ το λόγο σου-αλλά, όπως ίσως έλεγαν και τα εγγόνια του Μπαρτ ή τα νόθα του Λακάν, τον εαυτό σου δεν βλέπω..
[ίσως μόνο στο λόγο της εικόνας που αποπλαισιώνει το κείμενο].
Μια βασική μου αντίρρηση στο παράδειγμα που παραθέτεις, είναι ότι δεν βλέπεις πουθενά την άυτο-υπονομευτική λειτουργία του λόγου.
Anyway, με αγάπη θα σου πω -παραφράζοντας- “απόβαλλε το φιλόλογο από μέσα σου”.. ;-)
[κατά τα λοιπά, συμφωνώ απόλυτα..]
21 Απριλίου 2006 στις 2:56 μμ
Μη νομίζεις, την είδα. Αλλά είναι λίγο πιο κει και υπονομεύει την αυτο-υπονόμευσή της. Όσο για μένα, δεν θα με δεις ποτέ – παράσιτος θα παραμείνω και σαββίδης.
21 Απριλίου 2006 στις 4:00 μμ
Συγγνώμη, αλλά σε μένα αναφέρεσαι; Με έχεσε, που με έχεσε, ο “άλλος”, αλλά οι φωτογραφικές σου διατυπώσεις, εν τέλει, προσιδιάζουν το σύνολο των μπλόγκερς; Άδικο το ποστ που έγραψες.
Γίνε μια φορά σαφής, είναι άδικο αυτό που κάνετε πολλοί, να σφάζετε με το βαμβάκι και να παιδεύονται πολλοί σε ποιούς αναφέρεστε.
Μετά τιμής.
21 Απριλίου 2006 στις 4:14 μμ
Συγγνώμη. Προσπαθώ να είμαι όσο γίνεται αυτοαναφορικός στο συγκεκριμένο κείμενο. Προφανώς, ανεπιτυχώς.
Όμως ποτέ δεν θα απαξίωνα το συγγραφέα αυτού του κειμένου για τη λεπτή κόκκινη γραμμή, το οποίο εθαύμασα. Όσο για τις φωτογραφικές διατυπώσεις, φωτογραφίζουν εμένα κυρίως, τον κατεξοχήν ομφαλοσκόπο.
Σε εκτιμώ. Πολύ.
Μην μου μιλάς στο δεύτερο πληθυντικό – είμαι ένας και εντελώς μόνος. Γράφω όπως μπορώ. Και δεν προσάπτω, όσο και αν ο λόγος είναι η επιθυμία και όσο και αν ο καθένας φαντάζεται ότι ο λόγος τον επιθυμεί. Ο λόγος επιθυμεί μόνο τον εαυτό του.
21 Απριλίου 2006 στις 6:45 μμ
Καταρχήν ευχαριστώ για την αφιέρωση, ακόμα κι αν δεν `απαντά’ σε μας που διερωτώμαστε γύρω από το νόημα του νοήματος. Θα ήταν χρήσιμο και ενδιαφέρον να υπάρξει ένας διάλογος – με τη μορφή ερωτήσεων-απαντήσεων – , πάντως, κάποια στιγμή, μήπως και καταφέρουμε να συνεννοηθούμε.
Δεύτερον, να παρατηρήσω πως, αν υπάρχει ένα φαινομενικά αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σ’αυτά τα οποία προσπαθείς να εκφράσεις (και ενδεχομένως σ’αυτά που προσπαθούν να εκφράσουν πολλοί από όσους συχνάζουν εδώ και σχολιάζουν κατά καιρούς εγκωμιαστικά) και σ’αυτά που προσλαμβάνει ένα πιο ρασιοναλιστικό κοινό όπως εγώ και ο J95 (αν και καθόλου δεν εμπίπτει των αρμοδιοτήτων μου να μιλώ εκ μέρους του), είναι γιατί επιμένεις (-ετε) να χρησιμοποιείς την κλειστή αλλά σίγουρα όχι αποκρυσταλλωμένη* ορολογία της μετα-μοντέρνας φιλοσοφίας της σχετικής με τη λογοτεχνική κριτική. Αν σ’αυτό προσθέσει κανείς οτι πολλές από τις έννοιες που δανείζεσαι από αυτή την ορολογία πρέπει κατ’ανάγκην να επανορισθούν, να μετατοπιστεί το νόημά τους ή να αποδωθούν στα ελληνικά, μπορείς να καταλάβεις την άισθηση χάους και πλήρης αμφισημίας που καταβάλλει όσους δεν πέρασαν τη μισή τους ζωή εντρυφώντας στον Λακάν και τον Ντεριντά.
Αντιλαμβάνεσαι οτι αν εγώ προσπαθούσα να μιλήσω για θεωρητική φυσική χωρίς να αποποιούμαι την ορολογία του κλάδου, οι αποδέκτες του όποιου μηνύματος θα είχαν πληθικό αριθμό μηδέν (ίσως ένα).
Ακόμα χειρότερα, μια που μιλάμε για έναν κλάδο με διαβόητα προβλήματα επικοινωνίας και επαληθευσιμότητας, όπως δείχνει και το φαινόμενο Σοκάλ.
Στην πραγματικότητα, αν κάτι δεν μπορεί να εξηγηθεί απλά, αυτό συνιστά ένδειξη οτι δεν είναι αρκετά κατανοητό, ή, δεν είναι αρκετά σαφές. Θα ήταν λοιπόν χρησιμότερο και πιο ξεκάθαρο, αν ποτέ γίνει μια ανοιχτή συζήτηση για όλα αυτά να γίνει με όρους που δεν επιτρέπουν την διαφυγή μέσω επανορισμού της εκάστοτε ορολογίας.
Σχετικά με το κείμενο δεν έχω πολλά να πώ, και ότι θα μπορούσα να επισημάνω δύσκολα θα συμβάλλει στη συζήτηση. Μάλλον θα οδηγήσει σε μια άπειρη ακολουθία επεξηγήσεων, παράλληλη με την άπειρη ακολουθία σημειώσεων που επικαλείσαι.
Να πώ όμως οτι κατά την ταπεινή μου γνώμη η ροϊκότητα του Χειμωνά είναι μια εντελώς αδέξια προσπάθεια να αποδοθεί μια σχετικά απλή περιγραφή με περισπούδαστους όρους που δεν προσθέτουν τίποτα στην ουσία εκτός από το να περιβάλλουν το αντικείμενο της περιγραφής με ένα νεφελώδες πέπλο πνευματισμού που δεν προκύπτει από πουθενά.
Τέλος, θα ήταν καλό όταν αναφέρεσαι σε υπαρκτές συζητήσεις στην μπλογκόσφαιρα (φαντάζομαι οτι το “Κάτω οι Φασίστες” είναι υπαρκτό ποστ), να βάζεις και κανένα λινκ ωστε να μπορούμε να διαβάζουμε χωρίς κόπο τα πονήματα των συνιστολόγων, ακόμα κι αν αυτό επιφέρει τον κίνδυνο μαζικών βανδαλισμών στον παρόντα χώρο. :)
Με εκτίμηση,
*εξ’αιτίας της εγγενούς πολυγνωμίας του κλάδου.
21 Απριλίου 2006 στις 6:48 μμ
Παρεμπιπτόντως, δεν θα τρόμαζα αν διαπιστωνόταν οτι ο εγκέφαλος πραγματικά κινείται, όσο τρομάζω στην ιδέα οτι χρησιμοποιείς τον όρο `κινείται’ για να περιγράψεις αυτό που επεξηγείται στην αντίστοιχη παράγραφο.
21 Απριλίου 2006 στις 7:18 μμ
Καλώς τον.
Το πρόβλημα, κατά την άποψή μου, είναι ότι η σαφήνεια θεοποιείται στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης επικοινωνιακότητας, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι κίβδηλη, αφού το remit της είναι το χάιδεμα των αυτιών των ακροατών. Η ροϊκότητα δεν είναι απλώς εγγενής ποιότητα του εγκεφάλου αλλά και των νοημάτων. Το αίτημα της περιχαράκωσής τους ισοδυναμεί με την υστερική (ψυχαναλυτικά μιλώντας) επιθυμία της ακύρωσής τους.
Με άλλα λόγια, ξεκινάς από το δεδομένο ότι αυτό που δεν μπορεί να εκφρασθεί με τρόπο σαφή και απλό είναι α-νόητο. Δεν δεχόμαστε όλοι όμως την αξιωματική αρετή της απλότητας και της σαφήνειας – το νόημα μπορεί να ελλοχεύει στις ρωγμές του λόγου και να υποβαθμιζόταν ή να ακυρωνόταν αν χρειαζόταν να το περιορίσουμε στο ζουρλομανδύα της καθομιλουμένης γλώσσας, η οποία καλή είναι για τις διαπροσωπικές μας επικοινωνίες, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι αποτελεσματική ως γλώσσα αναλυτική του εαυτού της.
Άλλο ρασιοναλισμός, άλλο υπεραπλούστευση. Όπως σωστά υπονοείς, εγώ δεν έχω υπόβαθρο στη θεωρητική φυσική. Παρ΄όλα αυτά με ενδιαφέρει. Αυτό δε σημαίνει βεβαίως ότι ο Sokal θα έπρεπε να συγγράψει το Dummy Guide to Quantum Gravity για χάρη εμού και των ομοίων του, ούτε σημαίνει ότι όλοι θα έπρεπε να έχουμε το δικαίωμα να επικοινωνούμε με ένα γνωστικό αντικείμενο το οποίο ποτέ δεν κάναμε τον κόπο (ή δεν είχαμε τη διανοητική ικανότητα) να κατακτήσουμε. Δεν είναι ορθολογικό να περιμένουμε ότι η ιδιόλεκτος της θεωρητικής φυσικής θα ομιλείται από τους θεωρητικούς φυσικούς; Και αν είναι, πράγμα που εγώ τουλάχιστον θεωρώ αυταπόδεικτο, τότε γιατί δεν ισχύουν τα ίδια για τις λεγόμενες επιστήμες του ανθρώπου, αλλά πιστεύουμε ότι όλοι πρέπει να έχουμε γνώση και γνώμη και αν δεν έχουμε δεν φταίει ότι δεν ασχοληθήκαμε αλλά ότι όσοι έχουν γνώση και γνώμη δεν μας μιλούν με τον τρόπο που εμείς γουστάρουμε; Αυτό το τελευταίο είναι το ανορθολογικό, κατά την άποψή μου.
Και κάποιες διευκρινίσεις:
1. Derrida έχω διαβάσει απειροελάχιστον, και αυτό στα πολύ νεανικά μου χρόνια.
2. Τον θεωρητικό, νευροψυχολόγο Χειμωνά μάλλον δεν τον έχεις διαβάσει. Σε παρακαλώ να μην τον κρίνεις επί τη βάσει των δικών μου αδέξιων ερμηνειών και παρερμηνειών, γιατί γίνεσαι άδικος.
3. Δεν παραπέμπω στις υπαρκτές συζητήσεις διότι δεν θα είχε καμία σημασία. Το πραγματικό παράδειγμα είναι απλώς πρόσχημα, αν ήταν κάτι παραπάνω, σαφώς θα παρέπεμπα.
22 Απριλίου 2006 στις 1:30 μμ
Διαφωνώ πλήρως:
α) Η θεώρηση οτι η σαφήνεια υπερεκτιμάται (εως θεοποιείται) όζει ερμητισμού.
β) Αν κάτι δεν είναι επικοινωνήσιμο έξω από την ακαδημαϊκή κοινότητα, οι μόνοι ουσιώδεις λόγοι που μπορώ να αναγνωρίσω σε ενδεχόμενη δημοσιοποίησή του είναι λόγοι εντυπωσιασμού.
γ)Θεωρώ καθήκον της όποιας επιστημονικής κοινότητας να μεταδίδει την ουσία των θεωρήσεων και των συμπερασμάτων της (την ουσία, όχι τις τεχνικές λεπτομέριες) στο τμήμα εκείνο του κοινού που ενδιαφέρεται καλόπιστα γι’αυτήν και μετέχει της μέσης παιδείας. Αν αυτό δε συμβαίνει, τί ακριβώς εξυπηρετεί η ακαδημαϊκή κοινότητα; Και, ας πούμε, όσοι κάνουν semiconductors, μπορούν να ισχυριστούν οτι ακόμα κι αν είναι βουβοί, παράγουν τεχνολογία που βελτιώνει την καθημερινή ζωή. Εμείς και εσείς που παράγουμε θεωρητική γνώση, αν δεν την εξωτερικέυουμε, είμαστε μοναστήρια, όχι πανεπιστήμια.
δ)Αναγνωρίζω τον κίνδυνο της υπεραπλούστευσης. Διακατέχει τα περισσότερα βιβλία εκλαϊκευμένης φυσικής που κυκλοφορούν. Τα περισσότερα, αλλά όχι όλα. Οι βασικές (αλλά και οι επιμέρους) ιδέες κάθε μοντέλου κβαντικής βαρύτητας είναι προσπελάσιμες από οποιονδήποτε ενδιαφέρεται, και πρέπει να είναι. Ό,τι δεν είναι προσπελάσιμο δεν είναι κατανοητό σε βάθος. Αυτό δε σημαίνει οτι είναι α-νόητο. Σημαίνει όμως οτι δεν το έχουμε ακόμα κατανοήσει σε βάθος.
Με άλλα λόγια, αν το νόημα ελοχεύει στις ρωγμές του λόγου, η δουλειά σας είναι να το εξάγετε και να το περιγράψετε στο φώς της ημέρας, με τα τεχνικά εργαλεία της λεωφόρου του λόγου. Αν αυτό δεν είναι δυνατό εντός του πλαισίου των παραδοχών που υπονοούνται, φταίνε οι παραδοχές και πρέπει να εγκαταλειφθούν.
Το να ισχυρίζεται κανείς οτι όταν το επεξηγητικό σχήμα αποτυγχάνει να περιγράψει απλά το αντικείμενό του, φταίει το αντικείμενο, και όχι το σχήμα, αυτό είναι το ανορθολογικό, κατά τη δική μου άποψη.
ε) ο Σοκάλ δεν αναφέρθηκε ως παράδειγμα θεωρητικού φυσικού.
στ) Τον θεωρητικό , νευροψυχολόγο Χειμωνά ομολογώ πως δεν τον έχω διαβάσει. Γι’αυτό και δεν κρίνω το έργο του, κρίνω την απόδοση του αποσπάσματος που διάβασα. Αν αυτό δεν είναι αντιπροσωπευτικό, είναι μια άλλη ιστορία. Αλλά στο βαθμό που αναφέρεται μέσα σε ένα context, είναι εκτεθιμένο ως έχει στην κριτική.
Ίσως όλα τα παραπάνω να ακούγονται σαν κάποια μορφή επίθεσης ή προσωπικής μομφής (και αντιλαμβάνομαι οτι είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς αυτό το συναίσθημα στο βαθμό που όλοι μας ταυτίζουμε την επιστημονική μας καριέρα με τους εαυτούς μας). Θα ήθελα να σε διαβεβαιώσω οτι δεν πρόκειται για τέτοια. Η αγωνία μου έγκειται στο γεγονός οτι μια αρκετά μεγάλη ομάδα ιστολόγων τους οποίους εκτιμώ ακροβατεί στο όριο του αντιληπτού σε σχέση με μια άλλη μεγάλη μερίδα ιστολόγων, που επίσης εκτιμώ. Ίσως θα έπρεπε να επανέλθω με ένα ποστ στο ζήτημα, πιο ολοκληρωμένα.
22 Απριλίου 2006 στις 2:38 μμ
Αγαπητέ φίλε, ας αρχίσω από το τέλος, που είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά ουσιώδες: δεν είμαι από εκείνους που την ανταλλαγή απόψεων (ακόμη και αν το ύφος της ανταλλαγής είναι οξύ και εριστικό, πράγμα που ούτως ή άλλως δεν ισχύει στην περίπτωσή σου) την εισπράττουν ως μομφή ή επίθεση. Αντιθέτως, την απολαμβάνω. Και σε ευχαριστώ ιδιαίτερα για το χρόνο που αφιέρωσες για να θέσεις τις απόψεις σου, και μάλιστα ως σχόλια σε ένα παρελθόν δικό μου ιστολόγημα που δεν διαβάζεται πλέον παρά από απειροελάχιστους.
Να διευκρινίσω επίσης ότι ευτυχώς εδώ και πολλά χρόνια έχω παύσει να ταυτίζω το βιοπορισμό μου με οποιαδήποτε επίφαση “ακαδημαϊκής” καριέρας, η οποία εξάλλου δεν θα με ενδιέφερε καθόλου για προσωπικούς λόγους. Πολύ λιγότερο ταυτίζω την προσωπικότητά μου με αυτές τις αναζητήσεις.
Επί του θέματος, ακολουθώντας την αρίθμησή σου:
(α) Κυκλική η μομφή σου. Ο ορθολογισμός (σου) θα έπρεπε να σου επιβάλλει την απόδειξη της απαξίας του ερμητισμού, όπως και της αξίας της σαφήνειας. Δεν το κάνεις όμως – και το ρήμα “όζει” δηλώνει σαφώς μία αξιωματικά τεθείσα απαξία του ερμητισμού.
(β) Προφανώς δεν εννοείς ότι η “επιστημονική κοινότητα” δεν δικαιούται να αρθρώνει λόγο έξω από τα περιορισμένα κανάλια της (συνέδρια, περιοδικά, διατριβές, κ.τ.ό.). Μου φαίνεται όμως πως λες ότι αν τολμήσει κάποιο μέλος της κοινότητας αυτής να αρθρώσει το λόγο του εκτός των καναλιών, σκοπός του δεν μπορεί παρά να είναι να εντυπωσιάσει τους “αδαείς”. Αλλά αυτή η περιχαράκωση αγνοεί κάποιες πραγματικές συνιστώσες της δημόσιας συζήτησης, όπως ότι δεν είναι απαραίτητο κάποιος να ανήκει “τυπικά” στην “επιστημονική κοινότητα” για να διεκδικεί γνώση της ιδιολέκτου της είτε σε παραγωγικό είτε σε προσληπτικό επίπεδο. Δηλαδή μπορεί κάποιος απέξω να γνωρίζει γράμματα και να επικοινωνεί είτε μιλώντας είτε ακούοντας το λόγο της κοινότητας αυτής. Άρα ο αυτοπεριορισμός της κοινότητας και ο εξοστρακισμός των μη επαϊόντων στο καθαρτήριο της εκλαΐκευσης είναι μάλλον αριστοκρατικής αφετηρίας ιδεολόγημα.
(γ) Εγώ προσωπικά, όπως δήλωσα και προλογικά, δεν είμαι πανεπιστήμιο, ούτε επιστημονική κοινότητα, ούτε βέβαια μοναστήρι, αν και η σχολαστική διανόηση μου είναι πολύ συμπαθέστερη από τη σύγχρονη academia. Δεν βαυκαλίζομαι καν ότι παράγω θεωρητική γνώση. Διεκδικώ όμως το δικαίωμα να διαλέγομαι με τις επιστημονικές κοινότητες εκείνες που άπτονται των ενδιαφερόντων μου επί ίσοις όροις και βρίσκω ύποπτη τη μονόδρομη μετάγγιση γνώσης που υπαινίσεσσαι.
Από την άλλη μεριά, η ιδιόλεκτος της κάθε επιστήμης ή κοινότητας υπάρχει γιατί ακριβώς εξυπηρετεί τη συζήτηση και εξασφαλίζει την αλληλοαναγνώριση των διακονούντων την επιστήμη ή κοινότητα αυτή, είτε είναι εγκολπωμένοι είτε απλώς περιηγητές. Η εγκατάλειψη της ιδιολέκτου πλατειάζει τη συζήτηση και ενθαρρύνει τάσεις πατροναριστικές από πλευράς των εγκολπωμένων.
Η μανιχαϊστική προσήλωση στη “γλώσσα της επιστήμης” από τη μια και τη “γλώσσα για το λαό” από την άλλη (μιλώ απλουστευτικά, αλλά συνεννοούμαστε) κολακεύει το ναρκισσισμό της επιστήμης και υποβιβάζει, ή και προσβάλλει, το “λαό”.
(δ) Πολλά τα θέματα που πραγματεύεσαι σε αυτό το εδάφιο. Καταρχήν, η απλούστευση ή υπεραπλούστευση: προσπελάσιμο από ποιον; ποιοί δεν “έχουμε” κατανοήσει σε βάθος; Η γλώσσα των μαθηματικών, επί παραδείγματι, μου είναι προσπελάσιμη, αν και δεν είμαι μαθηματικός, διότι εφόσον με ενδιαφέρουν τα μαθηματικά, φροντίζω να παιδευτώ και να μάθω τη γλώσσα τους. Ασφαλώς δεν την καταλαβαίνω στο ίδιο βάθος που θα την καταλάβαινε ένα μέλος της οικείας επιστημονικής κοινότητας με όλα του τα insignia, αλλά δεν φταίει η μαθηματική σκέψη για αυτό, φταίει η δική μου ημιμάθεια, ή ενδεχομένως η μειωμένη μου διανοητική ικανότητα. Ομοίως, και για να ξεφύγουμε λίγο από τα “επιστημονικοφανή” ώστε να δειχθεί πως τα ίδια ισχύουν και σε άλλες μορφές επικοινωνίας, η συνάδελφός μου Στέλλα ομιλεί εξαιρετικά την ιδιόλεκτο των σκυλάδικων και των μεσημεριανάδικων και μετέχει όλων των genres στα οποία αυτή εκφέρεται: ράδιο λάμψη, traffic, espresso, τατιάνα, λαμπίρη, κ.ο.κ. Εγώ δεν μετέχω. Δεν φταίει η Στέλλα για αυτό, φταίω εγώ αν θεωρώ ότι με αφορά η εν λόγω ιδιόλεκτος. Η Στέλλα δεν έχει καμία υποχρέωση να μου μεταφράσει ή να μου μηρυκάσει ο,τιδήποτε. Αν θελήσω να την προσπελάσω, οφείλω να στρώσω τον κώλο μου κάτω και να το προσπαθήσω.
Δεύτερο, όχι, η δουλειά μου δεν είναι να περιγράψω τις ρωγμές του λόγου και τους τρόπους με τους οποίους κρύβεται το νόημα. Αν επιλέγω κάποιες φορές να το κάνω, είναι ακριβώς επιλογή μου, δηλαδή γούστο μου. Φοβάμαι όμως ότι εδώ υπάρχει μια θεμελιώδης παρανόηση: ο λόγος για το λόγο διαφέρει από τα άλλα αντικείμενα του λόγου με τον ίδιο τρόπο που η ποίηση διαφέρει από τις άλλες τέχνες: δεν διαθέτει άλλο μέσο να μιλήσει για τον εαυτό του παρά μόνο τον εαυτό του. Άρα υπάρχει μια δραστική ταύτιση του “επεξηγηματικού σχήματος” που αναφέρεις και του αντικειμένου. Αλλά τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα: ο λόγος είναι ο τρόπος με τον οποίο εννοούμε τον κόσμο – πέραν του λόγου δεν εννοείται ο κόσμος.
(ε) Το υποψιάστηκα όταν άρχισα να διαβάζω τα κείμενα στα οποία παρέπεμψες (παρεμπιπτόντως, ευχαριστώ, δεν τον είχα ούτε ακουστά, και ο λόγος του είναι σαγηνευτικός)
(στ) Λάθος, φίλε μου. Και μάλιστα βαρύ. Όχι, δεν είναι εκτεθειμένος ο Χειμωνάς στην κριτική επειδή ο κάθε τυχάρπαστος (εν προκειμένω εγώ) λέει τις μπαρούφες του και τον τσιτάρει. Ο τυχάρπαστος (δηλαδή εγώ) είναι εκτεθειμένος στην κριτική, στο μέτρο που οι κριτικοί τον διαβάζουν. Διότι αλλιώς θα έπρεπε να αναγνωρίζουμε στους εαυτούς μας το δικαίωμα να κρίνουμε, π.χ., τις θέσεις του Marx εξ όσων λέγει ο Πλεύρης για αυτόν, χωρίς ποτέ να κάνουμε τον κόπο να ανατρέξουμε στον Marx.
Ομολογώ πως βρίσκω εξαιρετικά γόνιμη τη συζήτηση που άνοιξες και πιστεύω πως θα είχε πράγματι ενδιαφέρον να τη μεταφέρεις στο ιστολόγιό σου ώστε να μετέχουν πλείονες συνομιλητές. Όσο για τους ιστολόγους, ισχύει ό,τι και εκτός διαδικτύου: δεν χρειάζεται, και δεν δύνανται, να επικοινωνούν όλοι με όλους. Και αυτό είναι καλό.