οἱ ἐλαφροὶ ἂς μὲ λέγουν ἐλαφρὸν

Κάποιους ενοχλεί ότι στο ιστολόγιο αυτό συμπαρατίθενται το “χυδαίο” και το “σοβαρό”, επικρίνουν, όμως, τα “σοβαρά” μου ιστολογήματα – οι πορνογραφικές διηγήσεις και οι “αδερφίστικες χυδαιότητες” δεν τους ενοχλούν σχεδόν καθόλου.

Δεν σου συγχωρούν,” μου είπε χθες αργά στο τηλέφωνο ο αγαπημένος μου Eckermann, “το γεγονός πως είχες το θράσος να περάσεις από τις πούτσες στη γραφή.”

“Μα ίσα ίσα αγαπητέ μου,” του απάντησα, “τώρα που ο ευθύς λόγος περί πούτσας έχει περιοριστεί, η εικονογραφία του ιστολογίου μου έχει γίνει πολύ πιο πορνική.”

“Πράγματι,” χαμογέλασε ο Eckermann, “Plath και τσιμπούκια. Οποία ιεροσυλία…”

Φυσικά, και οι δυό μας ξέρουμε ότι δεν υπάρχει ούτε “σοβαρή” γραφή ούτε πικάντικη εξιστόρηση. Αντίθετα, οι γνωστοί ανίδεοι Αντιοχείς ποτέ δεν θα μάθουν για ποιόν εγράφησαν οι στίχοι. Και αυτό γιατί νομίζουν πως πρόκειται πράγματι για ένα παιχνίδι κουτσομπολικής εξιχνίασης, ενώ αυτό που ψάχνουν δεν υπάρχει, γιατί ψάχνουν λάθος, βαυκαλιζόμενοι πως η λύση του αινίγματος είναι κάποιο πρόσωπο, πραγματικό ή ιστολογικό, ενώ αίνιγμα δεν υπάρχει.

Επίσης, τόσον ο Eckermann όσο και εγώ γνωρίζουμε καλά πως δεν υπάρχει βεβήλωση, ούτε ιεροσυλία. Πως η γραφή δικαιούται να κινείται αενάως από το ρυπαρό στο εξαγνισμένο και πάλι πίσω. Και υποψιαζόμαστε πως η κίνηση αυτή είναι ο μόνος δυνατός χώρος για τη γραφή. Η πραγματική ταυτότητα του Εμονίδη είναι ο μη-χώρος όπου, όπως έλεγα και προχθές, δεν εφάπτεται η ψυχή του σώματος. Και το στοίχημα είναι ότι αυτή η εγκατοίκηση θα πρέπει να μιλάει τη γλώσσα του πατέρα, ενώ είναι απέναντι στην αναίρεσή της, στο ρύπο.

Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι Γάλλος, αν και το Παρίσι είναι η αγαπημένη μου πόλη. Πάντα με κούραζε ο ατέρμονος Derrida, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, οποία παραδοξότης, που με κούραζαν τα μεγάλα, συνεκτικά φιλοσοφικά συστήματα. Πάντα προτιμούσα το ρόλο του κανθάρου, του φιλολόγου, του ψυχαναγκαστικού αναγνώστη που μέσα από τη χρήση των λέξεων και μόνο συνάγει τα φιλοσοφικά του συμπεράσματα. Το ενδιαφέρον είναι ότι και αυτή η οδός οδηγεί στην αποδόμηση – τα σπαράγματα του Σολωμού, η παρθενία του Wittgenstein, ο αυτισμός του Grice, η εμμονή του Halliday, όλα με σπρώχνουν στον άρχοντα του οποίου το μαντείο ήταν η École Normale Supérieure. Γιατί καθώς αποδομείται η γραφή, η μόνη διέξοδος είναι να βρει κανείς την πρώτη αιτία της, και αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μέσα στον καθρέφτη, δηλαδή να μην είναι καμία διέξοδος.

Η χωρίς όρια φιλοδοξία μου είναι η κατάργηση της γραμματολογίας. Όχι όμως από την περιορισμένη άποψη της κατάργησης των ειδών, αλλά χειρότερα: της κατάργησης των τρόπων. Ώστε να προσεγγίσει, όσο το δυνατόν περισσότερο και ακόμη περισσότερο, η γραφή το όριο του γράφοντος και του γραφομένου, ώστε να εννοηματώσει το χάσμα.

Η φίλη μου η Διονυσία, η οποία εκτός από καλλιτέχνις είναι εσχάτως και θεωρητικός της τέχνης, με έβρισε: “Άγονος αγώνας. Είσαι αγράμματος, έχει ήδη συμβεί αυτό. Κοίτα τη Cindy Sherman, το Dinos Chapman, ακόμα και τον Paul McCarthy. Μιλάς σαν άξεστος επαρχιώτης, γιατί δεν έκατσες ποτέ να δεις τί κάνει η τέχνη. Δεν θα ανακαλύψεις εσύ τον τροχό.”

Παραδόξως, είχε άδικο. Οι εικαστικές τέχνες έχουν βέβαια ένα πλεονέκτημα, αν και όχι εξίσου με τη μουσική, γιατί μπορούν να είναι λιγότερο αναφορικές. Παρ’ όλα αυτά, ο ρύπος της Cindy Sherman, για παράδειγμα, δεν είναι αυτοφυής: παραπέμπει στο ρυπαρό χωρίς να είναι. Ασφαλώς, η παραπομπή είναι συνήθως εξαιρετικά επιτυχημένη, ώστε ο τρόμος και ο ίλιγγος σύντομα να αποσυντονίζουν και να πετυχαίνουν, σε ένα βαθμό, την εφεύρεση του τροχού της Διονυσίας.

Η γραφή, όμως, είναι εξαιρετικά δυσκολότερο να γίνει αυτοαναφορική. Φυλακισμένη μέσα στη γλώσσα του πατέρα, την γλώσσα που είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνη για τη δόμησή της και τη δόμηση του υποκειμένου της, επιχειρεί (αν επιχειρεί) την αποδόμηση του εαυτού της και την αναίρεση του υποκειμένου της. Αν ακολουθούσε το δρόμο της Cindy και των ομοίων της (που δηλώνω ξανά πως θαυμάζω, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) θα μπορούσε, με μία αφήγηση απολύτως συνάδουσα με τη γλώσσα του πατέρα, να παραπέμψει σε σκηνές προκλητικές της ολότητας, παρμένες από την καθημερινή ζωή. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, νατουραλιστικά να περιγράψει τη σήψη ενός πτώματος.

Αλλά δεν σήπεται έτσι η γραφή. Δεν αποδομείται η γλώσσα του πατέρα. Το σημαίνον πρέπει να φορτιστεί τόσο πολύ, ώστε να υποκύψει κάτω από το βάρος και να οδηγηθεί στον αυτοχειριασμό του. Καθώς η αυτοαναφορικότητα ήταν πάντα ουτοπική, θα πρέπει η παραπομπή να είναι τόσο σπάταλη ώστε να αυτοακυρώνεται. Και πάντα, από την πρώτη κιόλας ματιά, να επιβεβαιώνεται το αταίριαστο, αυτό δηλαδή που ο πατέρας ονομάζει βέβηλο και ιερόσυλο.

Η γραφή να γίνει ο ζαρωμένος, δυσώδης πούτσος του θεού.

Τα ιστολογικά σχόλια συνεπικουρούν σε αυτήν την κατεύθυνση. Ιδιαίτατα δε τα αγοραία. Αυτά που φωνάζουν “τί γράφεις εκεί, γράψε αυτό που γουστάρω εγώ” νομίζοντας ότι απευθύνονται σε disc jockey επαρχιακού μπαρ με κονσομασιόν και πως εγώ θα τους κάνω το πρόγραμμα που παραγγέλλουν!

Επιτείνοντας, όμως, το ρύπο, με σπρώχνουν βαθύτερα. Φερέπονος θα συνεχίζω, ἐν ἀλγηδόσιν ὀξείαις, ώσπου να αναιρεθεί η γραφή.

Αναρτήθηκε στις ιστολογικά, κλειδιά. 13 σχόλια »

Ich bin beim Schreiben nervös und alle meine Gedanken kurz von Atem

Η ομοφυλοφιλική μου υπόσταση είναι από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει κανείς για μένα. Κι αυτό γιατί δεν έχει να κάνει μόνο με το τί κάνω στο κρεβάτι μου, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι αυτό που εύσχημα αποκαλούν διαφήμιση της ομοφυλοφιλίας μου.

Μουνάρα η Χ, έ; σου λέει ο ταξιτζής στη θέα γιγαντοαφίσσας που διαφημίζει λαϊκές τραγουδίστριες.

Για να το λέτε κάτι θα ξέρετε. Εγώ πάντως δεν ξέρω από μουνάρες. Μόνο με άντρες συνουσιάζομαι.

Χρειάζεστε μεγαλύτερο νούμερο πουκάμισο, λέει η άθλια πωλήτρια.

Το ξέρω χρυσή μου, δεν θα έπαιρνα τέσσερα νούμερα μικρότερο, δεν πάσχω από σύνδρομο Down, αυτό προορίζεται για το γκόμενό μου.

…………………………………………………………

Το βράδι, ο ταξιτζής και η πωλήτρια συναντιούνται σε σπίτι φίλων. Μετά την καθιερωμένη συζήτηση για την υγεία των ίδιων, των γονέων και των παιδιών τους, η συντροφιά συζητεί σύγχρονα κοινωνικά θέματα.

Έχουν αποθρασυνθεί τελείως οι gay, λέει η πωλήτρια. Εγώ όπως ξέρετε δεν έχω πρόβλημα, ό,τι θέλει κανείς στο κρεβάτι του ας κάνει, αρκεί να μην προκαλεί. Αλλά αυτοί το έχουν παραχέσει. Να σκεφτείτε, έρχονται στο μαγαζί και μου λένε φάτσα κάρτα, στα καλά καθούμενα, ότι πηδιούνται.

Αυτό δεν είναι τίποτα, επαυξάνει ο ταξιτζής. Στο ταξί να δεις τί ακούνε τα αυτιά μου. Καθόλου δεν ντρέπονται πια.

Οι απόψεις αυτές δεν ακούγονται μόνο σε αυτούς τους κύκλους. Αντιθέτως, γνωρίζουν όλο και μεγαλύτερες δόξες σε όλες τις τάξεις και τις κατηγορίες.

Ο πυρήνας, είτε είναι γνωστός σε αυτούς που τον υπηρετούν είτε όχι, υπόκειται ως εξής:

Η μεγαλοθυμία μου θα σου επιτρέψει να υπάρχεις, αλλά υποχρεούσαι να τηρήσεις τους όρους μου:

  • Οφείλεις να ντρέπεσαι για αυτό που είσαι και να είσαι διαρκώς ευγνώμων που σου επιτρέπω να υπάρχεις.
  • Απαγορεύεται να διαφημίζεις την ομοφυλοφιλία σου. Αντιθέτως, θα πρέπει να αποφεύγεις οποιαδήποτε ομοερωτική αναφορά στις κοινωνικές σου συναναστροφές.
  • Ερωτική συμπεριφορά προς άτομο του ιδίου φύλου, αν και αποδεκτή, διότι είμαστε δημοκράτες, επιτρέπεται να εκδηλώνεται μόνο στην κρεβατοκάμαρα, κεκλεισμένων των θυρών.
  • Καμία αναφορά δεν επιτρέπεται σε όσα διαπράττεις στην κρεβατοκάμαρα κεκλεισμένων των θυρών, ούτε καν ως υπαινιγμός.

Τους αποστρέφομαι. Εξοστρακισμένο και ασφαλή δεν θα με δούνε. Η χαμερπής ηθική τους ορίζει μόνο αυτούς.

Η ερωτική μου ταυτότητα είναι πολύ παραπάνω από αυτά τα οποία με οδηγούν στον οργασμό:

  • Είμαι αυτός που δεν θα αναπαραχθεί. Στους ομοίους μου τελειώνει το γένος των ανθρώπων.
  • Είμαι αυτός που εξιχνίασε ολόκληρο το σώμα του, που γνωρίζει και αισθάνεται τί ηδονές κρύβονται στα ανθρώπινα σπλάγχνα.
  • Είμαι αυτός που επί αιώνες δεν μπόρεσε να αρθρώσει τον έρωτά του. Ο γενετικός μου κώδικας περιλαμβάνει την απόκρυψη, τη αμφισημία, την υπόνοια, τη συνωμοσία, την προδοσία και την απόρριψη.
  • Είμαι αυτός που δεν θα μπορέσουν ποτέ να είναι.

Και θα λέω Χαίρω πολύ, είμαι πούστης μέχρι να αφανιστούν από το πρόσωπο της γης. 

Αναρτήθηκε στις ομοερωτικά. 18 σχόλια »

Η Λάζαρος

[Ακολουθεί η δική μου εκδοχή του ποιήματος Lady Lazarus της Sylvia Plath. Η ποιήτρια είπε για αυτό το ποίημα: Μιλά μια γυναίκα που έχει το θαυμάσιο και φοβερό χάρισμα να αναγεννάται. Το πρόβλημα είναι ότι πρώτα πρέπει να πεθάνει. Είναι ο Φοίνικας, το ελεύθερο πνεύμα, είναι ό,τι θέλετε. Και είναι επίσης μια καλή, απλή, εξαιρετικά πολυμήχανη γυναίκα.

Η παρακάτω εκδοχή στηρίζεται στο κείμενο των Collected Poems (Λονδίνο: Faber and Faber, 1981), το οποίο υπάρχει και εδώ. Σώζεται επίσης μία ανάγνωση του ποιήματος από την ίδια την Plath , όπου προστίθενται ελάχιστοι στίχοι.]

Η Λάζαρος

Το πέτυχα ξανά.
Κάθε δέκα χρόνια μιά φορά
Τα καταφέρνω.

Είναι ένα θαύμα, το δέρμα μου
λαμπρό σαν λαμπατέρ των ναζί.
Το δεξί μου πόδι

ένα κομψοτέχνημα.
Το πρόσωπό μου εξαίσιο εβραίικο λινό
χωρίς χαρακτηριστικά, κενό

Τράβα τα σάβανα
Ω εχθρέ μου.
Είμαι τρομακτική;

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, η λευκή οδοντοστοιχία;
Η δυσωδία της ανάσας όπου νάναι
Θα χαθεί.

Όπου νάναι οι σάρκες
που αφάνισε ο τάφος
θα φυτρώσουν πάλι πάνω μου

Κι εγώ θα χαμογελώ.
Είμαι τριάντα χρονών
Και σαν γάτα πεθαίνω εφτά φορές

Τούτη είναι η τρίτη.
Τι τρομερό
Να εξολοθρεύεσαι κάθε δέκα έτη.

Να γίνεσαι μύρια κομμάτια.
Ο όχλος μασουλάει στραγάλια
και σπρώχνεται

να δει που θα μου βγάλουν τα σάβανα
να δει το μεγάλο στριπτήζ.
Κυρίες και κύριοι

Ιδού τα χέρια μου
Να οι λευκοί μηροί
Είμαι πετσί και κόκαλο, δε λέω,

Ωστόσο, είμαι πάντα η ίδια, ολόιδια γυναίκα.
Την πρώτη φορά ήμουν δέκα ετών.
Ήταν ατύχημα

Τη δεύτερη θέλησα
να επιμείνω, να μη γυρίσω ποτέ.
Σκλήρυνα σα βράχος

έκλεισα σα στρείδι
και με φώναζαν και με ξαναφώναζαν
και σαν πέρλες τραβούσαν τα σκουλήκια από πάνω μου.

Είναι μια τέχνη να πεθαίνεις
όπως όλα τα άλλα.
Εγώ πεθαίνω εξαιρετικά

Πεθαίνω με τον τρόπο της κόλασης
Πεθαίνω με τον τρόπο της αλήθειας
Έχω ταλέντο, οπωσδήποτε

Δεν είναι δύσκολο να πεθάνεις σε ένα κελλί
Δεν είναι δύσκολο να πεθάνεις και να ακινητήσεις
Αλλά η θεατρική

επιστροφή στο φως της ημέρας
στον ίδιο τόπο, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια βίαιη
περιχαρή κραυγή:

“Θαύμα, θαύμα”
Αυτό είναι το δύσκολο.
Θα σας κοστίσει

να δείτε τις πληγές μου, θα σας κοστίσει
να ακούσετε την καρδιά μου.
Έχω βάλει εισιτήριο

Και θα σας κοστίσει, θα σας κοστίσει ακριβά να πάρετε
μιά λέξη μου, ένα άγγιγμά μου
ή μια σταγόνα αίμα

Μια τούφα μαλλιά, ένα σκισμένο ρούχο.
Να λοιπόν, Herr Doktor.
Να, Herr Εχθρέ.

Είμαι το έργο σου
το πολύτιμο
το βρέφος το ολόχρυσο

Που λιώνει και γίνεται ατόφιο χρυσάφι
Γίνομαι μια φωτοβολίδα
Μη νομίσεις πως υποτιμώ την προσεκτική σου φροντίδα

Γίνομαι τέφρα
Εσύ συδαυλίζεις και σκαλίζεις
Σάρκες, οστά, όλα γίνανε σκόνη

Λίγο σαπούνι
μια βέρα
ένα χρυσό δόντι

Herr Θεέ, Herr Εωσφόρε
Προσοχή
Προσοχή

Μέσα από την τέφρα μου ξαναγεννιέμαι
με την κόμη πορφυρή
και τρώω τους άντρες σαν τρελή

Sylvia Plath, 23-29 Οκτωβρίου 1962

 

Αναρτήθηκε στις ξένα. Leave a Comment »

ἔτσι πολὺ ἀτένισα

Η ινδουιστική μυθολογία λέει πως όταν το αστρικό σου σώμα επιστρέφει, μετά τις νυχτερινές του ή άλλες περιπλανήσεις, στο φυσικό, τυχαίνει καμιά φορά να μην τοποθετηθεί στη σωστή του θέση, ώστε τα μέλη των δύο σωμάτων να μην βρίσκονται ακριβώς στον ίδιο χώρο και χρόνο, να μην εφάπτεται δηλαδή, όπως οφείλει, η ψυχή του σώματος. Ένα συναίσθημα δυσφορίας, αποπροσανατολισμού, ιλίγγου ή φόβου είναι η συχνότερη παρενέργεια αυτού του ατυχήματος. Το αίτιο, δε, λέγεται πως είναι η παρείσακτη παρουσία ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος κοιτάζει το φυσικό σώμα σου την ώρα του ύπνου ή της έκστασης κατά την οποία το αστρικό σώμα περιπλανιέται. Ο άλλος άνθρωπος, κάποια στιγμή, συμπυκνώνεται τόσο πολύ στο βλέμμα του ώστε σε υποχρεώνει σε άτακτη και βιαστική επιστροφή. Η λύση είναι να αφήσεις το αστρικό σου σώμα να ξαναφύγει, χωρίς το βλέμμα του Άλλου να καραδοκεί, ώστε η επιστροφή του να είναι αβίαστη και η θέση που θα λάβει να είναι απολύτως η θέση του φυσικού σώματος.

Βρίσκω την μετωνυμία αυτή τουλάχιστον τόσο συγκλονιστική όσο το βλέμμα της Μέδουσας, αν και καμία πίστη δεν έχω σε καμία θρησκεία. Μαζί με τον πράγματι θείο Αισχύλο, μισώ όλους τους θεούς. Αλλά βρίσκω σαγηνευτική και βαθύτατα εκφραστική, όπως πολλές μυθολογικές εικόνες, την εικόνα των δύο σωμάτων μου που δεν καταφέρνουν πάντα να ταυτίζονται, την ιδέα μιας ψυχής που είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από το σώμα, ενός σώματος που δεν καταφέρνει πάντα να είναι ακριβές σκεύος της υποτιθέμενης ψυχής. Η μυθολογία αυτή αποκαλύπτει τον εκ των υστέρων διχασμό του υποκειμένου με τον ίδιο τρόπο που ο καθρέφτης αποκαλύπτει την εκ των προτέρων έκστασή της, με τον ίδιο τρόπο που το ρυπαρό βλέμμα αποκαλύπτει τον τρόμο της.

Ας εννοήσουμε τώρα, με τους ίδιους βολικούς μυθολογικούς όρους, την αντίστροφη, την εναρκτήρια του παντός διαδικασία, αυτήν της πρώτης ταύτισης της "ψυχής" με το σώμα, της πρώτης κατοίκησης του σώματος.

Στο σώμα, που είναι το σώμα ενός άναρθρου βρέφους, εισέρχεται η ψυχή χωρίς να το ξέρει. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ακόμα το σώμα ολόκληρο παρά μόνο μέσα στο βλέμμα της μητέρας. Το ίδιο το σώμα δεν υπόκειται ακόμη στο βλέμμα του. Κάποτε το βλέμμα του σώματος θα δει το είδωλο του σώματος μέσα σε έναν καθρέφτη και θα νομίσει ότι αυτό που βλέπει είναι το σώμα, ενώ είναι το είδωλο. Το ίδιο το σώμα δεν υπόκειται πια στο βλέμμα του, υπόκειται μόνο στο βλέμμα του άλλου. Καθώς το βλέμμα μου διηνεκώς αναζητεί το σώμα μου δομείται η θεμελιώδης έλλειψη, το θεμελιώδες χάσμα μεταξύ του βλέμματος και του σώματος: η "ψυχή" δεν εφάπτεται ποτέ του σώματος, απλώς επισφραγίζει την έλλειψη και την παραγνωρίζει για να μπορέσει να ζήσει.

Αλλά το σώμα ζει με τη μόνιμη απειλή ότι θα αναγνωριστεί η απόστασή του από το βλέμμα – μια απειλή ιλίγγου, αποπροσανατολισμού και εν τέλει θανάτου. Ευχάριστη, βέβαια, η αίσθηση ότι είμαι το είδωλο που βλέπω στον καθρέφτη: ολόκληρο, χωρίς χάσματα, χωρίς ούτε μιά γωνιά στην οποία η "ψυχή" δεν εφάπτεται. Πρόκειται, όμως, περί πλάνης. Αναπόδραστα, το βλέμμα θα συναντήσει κάποτε ένα κουφάρι, και το κουφάρι θα του δείξει τα χάσματα και θα τα δηλώσει.

Δεν είμαι ούτε αυτός που λέει "είμαι" ούτε αυτός για τον οποίο το λέει. Ούτε το σώμα, ούτε το βλέμμα. Είμαι το χάσμα ανάμεσα στα δύο, το χάσμα που μου κρύβει ο πατέρας, το χάσμα που εξωραΐζει και αποσιωπά η γλώσσα του. Γιατί μητρική γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο πατρική.

Αρθρώνοντας υποκύπτω. Die Grenzen meiner Sprache bedeuten die Grenzen meiner Welt. Ο κόσμος μου είναι μικρός και περιορισμένος. Παραγνωρισμένος και ψευδής. Ρυπαρός. Η γλώσσα του πατέρα με αρθρώνει και μου κρύβει το διχασμό μου. Ο ρύπος με αποδομεί και μου δείχνει τα κομμάτια μου. Εν τέλει, η γλώσσα και ο ρύπος είναι μία άλλη όψη του χάσματος που δημιουργείται ανάμεσα στο σώμα και στο βλέμμα. Οι ρωγμές μου διαχέονται στον ιστό του βλέμματος και πραγματώνουν τη μοναδική δυνατή ύπαρξη, το Zwischen.

Ίσως όμως το βλέμμα του γιατρού να είναι το πραγματικό βλέμμα του Άλλου. Το βλέμμα που αποκαλύπτει τις μηχανές του σώματος, τις συνάψεις και τους νευρώνες, τις πρωτεΐνες και τις ορμόνες, τις χημικές αντιδράσεις που καθορίζουν τη ζωή και το θάνατο, τη χαρά και τη θλίψη, την ηδονή και την οδύνη.

Παρ΄όλη τη φρίκη του βλέμματός του, ούτε ο γιατρός γνωρίζει αν βλέπει την αιτία ή το αποτέλεσμα, αν είμαι καλά επειδή μειώθηκε η επαναπρόσληψη σεροτονίνης ή αν μειώθηκε η επαναπρόσληψη σεροτονίνης επειδή είμαι καλά. Δεν γνωρίζει καν ποιος είναι αυτός που είναι καλά. Οι χημικές αντιδράσεις του σώματος συμβαίνουν εν απουσία.

Εξάλλου και η μυωπία περιπλέκει επικίνδυνα τα πράγματα: το βλέμμα δεν επιστρέφει ώς το τέλος, αλλά σταματά πριν τον προορισμό του, πριν τον αμφιβληστροειδή. Διακόπτεται η πρόσληψη του βλέμματος, το είδωλο γίνεται θολότερο και από το σώμα, τα όρια των ρωγμών είναι δυσδιάκριτα, το βλέμμα σχεδόν χάνεται όταν η μυωπία, όπως η δική μου, είναι εξεσημασμένη. Ο αμφιβληστροειδής βλέπει την έλλειψη – η επιθυμία του είναι και αυτή μία Άλλη επιθυμία. Εκφυλίζεται και σκάζει σιγά σιγά, γίνεται δαντέλα παλαιάς ρομαντικής πριγκήπισσας. Υδατοειδές υγρό πλημμυρίζει το μάτι, πιέζει τα αγγεία και καταδικάζει το οπτικό νεύρο σε ασιτία.

Η μυωπία αποστρέφεται το βλέμμα. Το σώμα οικουρεί, στρέφεται προς τα μέσα. Η εξωστρέφεια αναθεματίζεται. Η διανοητική οξύτητα είναι αναγκασμένη να αυξηθεί για να επιβιώσει – άλλωστε η σχέση της με τη μυωπία είναι εξαρχής πλειοτροπική.

Δεν βλέπεις πια το βλέμμα του άλλου που σε βλέπει. Δεν του επιτρέπεις να φτάσει στο τοίχωμα του αμφιβληστροειδούς. Δεν βλέπεις το είδωλο στον καθρέφτη. Δεν βλέπεις το χάσμα του σώματος και του βλέμματος. Είσαι αναγκασμένος να δομήσεις το χάσμα χωρίς να έχεις το βλέμμα.

Βλέπεις αυτό το δύσοσμο σκουπίδι που επιπλέει στο νερό της θάλασσας; Εκείνο, πάντως, δεν σε βλέπει.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 3 σχόλια »

O Satan, prends pitié de ma longue misère!

Μία δυσθυμία αναίτια με έχει διαπεράσει. Όπως όταν διάβαζα το bell jar. Το απολάμβανα, χωρίς να έχω την παραμικρή υποψία πως κατέστρεφε τον εγκέφαλό μου.

Ζάλη, τρόμος, διακεκομμένος ύπνος, ακαλαίσθητα όνειρα, εκνευρισμός, ναυτία, κεφαλαλγία, ίδρως, σύγχυση, παραισθησία, αίσθηση ηλεκτροσπασμοθεραπείας, ίλιγγος. Ίσως φταίει η απότομη απόσυρση της παροξετίνης. Η έλλειψη φαντασμαγορίας. Η βιοποριστική αποανθρωποποίηση.

Ξύπνημα. Μπάνιο. Καφές. Ντύσιμο. Αναχώρηση. Ασήμαντη απασχόληση. Επιστροφή. Γδύσιμο. Σεξ, ίσως. Διάβασμα, ίσως. Βραδινή έξοδος. Συναναστροφή. Επιστροφή. Σεξ, ίσως. Ύπνος. Ξύπνημα. Σε κάποιες ρωγμές ενδεχομένως εντάσσεται και η γραφή. Με πολύ πομπωδέστερο πρόσωπο από το πραγματικό της.

Όλα εν τάξει: βιοπορισμός, έρωτας, φιλίες. Επαγγελματική επιτυχία. Ερωτική επιτυχία. Επιτυχείς συναναστροφές. Επιτυχείς αναγνώσεις

[εικόνα: Allen Jones, Chair]

Θέλω ένας άντρας ψηλός και δυνατός, χωρίς μεταφυσικές ανησυχίες, ει δυνατόν ανεγκέφαλος, αλλά ωραίος με την πιο κοινή έννοια της λέξης, να με πάρει με τη μηχανή του και να με πάει στο Σούνιο. Να τον λένε Λάκη ή κάτι τέτοιο. Να είναι νύχτα και να τρέχει ιλιγγιωδώς. Να φοράει ένα φαρδύ σορτσάκι από σατέν ύφασμα και ένα στενό λευκό φανελάκι. Να κάνει κρύο και να κολλάω επάνω του, αγκαλιάζοντας επίμονα το θώρακά του. Οι θηλές του να είναι σκληρές από το κρύο και την υπόσχεση της ηδονής. Το δεξί μου χέρι να χαϊδεύει την αριστερή θηλή του. Το αριστερό μου χέρι να χαϊδεύει το μηρό του, ψηλά, κάτω από το σορτς, αλλά να μην αγγίζει παρά μόνο ακροθιγώς τον πούτσο του. Η ταχύτητα να αυξάνεται διαρκώς και να μη φτάνουμε ποτέ στο Σούνιο.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, κάθε φαντασμαγορία έχει εξορισθεί και μόνο η πραγματικότητα έχει το θράσος να με κοιτάζει κατάματα. Οι ωραίοι νέοι που θα μπορούσε κανείς να σφίξει στην αγκαλιά του επιζούν μόνο στις αναμνήσεις και στην πορνογραφία, και μάλιστα με τον πιο κάλπικο, ακόμα και εκεί, τρόπο. Και τα ιστολογήματα, ένα κουτσομπολιό.

Μένει η αθλιότητα που πάντα παραμόνευε έξω από την πόρτα. Οι ρυπαρές εκκρίσεις του σώματος, που πάντα σπρώχνουμε κάτω από το χαλί για να τα βγάλουμε πέρα. Η ακαθαρσία του ορίου του είναι.

[εικόνα: cindy sherman, άτιτλο #263]

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 2 σχόλια »