
Κάποιους ενοχλεί ότι στο ιστολόγιο αυτό συμπαρατίθενται το “χυδαίο” και το “σοβαρό”, επικρίνουν, όμως, τα “σοβαρά” μου ιστολογήματα – οι πορνογραφικές διηγήσεις και οι “αδερφίστικες χυδαιότητες” δεν τους ενοχλούν σχεδόν καθόλου.
“Δεν σου συγχωρούν,” μου είπε χθες αργά στο τηλέφωνο ο αγαπημένος μου Eckermann, “το γεγονός πως είχες το θράσος να περάσεις από τις πούτσες στη γραφή.”
“Μα ίσα ίσα αγαπητέ μου,” του απάντησα, “τώρα που ο ευθύς λόγος περί πούτσας έχει περιοριστεί, η εικονογραφία του ιστολογίου μου έχει γίνει πολύ πιο πορνική.”
“Πράγματι,” χαμογέλασε ο Eckermann, “Plath και τσιμπούκια. Οποία ιεροσυλία…”
Φυσικά, και οι δυό μας ξέρουμε ότι δεν υπάρχει ούτε “σοβαρή” γραφή ούτε πικάντικη εξιστόρηση. Αντίθετα, οι γνωστοί ανίδεοι Αντιοχείς ποτέ δεν θα μάθουν για ποιόν εγράφησαν οι στίχοι. Και αυτό γιατί νομίζουν πως πρόκειται πράγματι για ένα παιχνίδι κουτσομπολικής εξιχνίασης, ενώ αυτό που ψάχνουν δεν υπάρχει, γιατί ψάχνουν λάθος, βαυκαλιζόμενοι πως η λύση του αινίγματος είναι κάποιο πρόσωπο, πραγματικό ή ιστολογικό, ενώ αίνιγμα δεν υπάρχει.
Επίσης, τόσον ο Eckermann όσο και εγώ γνωρίζουμε καλά πως δεν υπάρχει βεβήλωση, ούτε ιεροσυλία. Πως η γραφή δικαιούται να κινείται αενάως από το ρυπαρό στο εξαγνισμένο και πάλι πίσω. Και υποψιαζόμαστε πως η κίνηση αυτή είναι ο μόνος δυνατός χώρος για τη γραφή. Η πραγματική ταυτότητα του Εμονίδη είναι ο μη-χώρος όπου, όπως έλεγα και προχθές, δεν εφάπτεται η ψυχή του σώματος. Και το στοίχημα είναι ότι αυτή η εγκατοίκηση θα πρέπει να μιλάει τη γλώσσα του πατέρα, ενώ είναι απέναντι στην αναίρεσή της, στο ρύπο.


Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι Γάλλος, αν και το Παρίσι είναι η αγαπημένη μου πόλη. Πάντα με κούραζε ο ατέρμονος Derrida, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, οποία παραδοξότης, που με κούραζαν τα μεγάλα, συνεκτικά φιλοσοφικά συστήματα. Πάντα προτιμούσα το ρόλο του κανθάρου, του φιλολόγου, του ψυχαναγκαστικού αναγνώστη που μέσα από τη χρήση των λέξεων και μόνο συνάγει τα φιλοσοφικά του συμπεράσματα. Το ενδιαφέρον είναι ότι και αυτή η οδός οδηγεί στην αποδόμηση – τα σπαράγματα του Σολωμού, η παρθενία του Wittgenstein, ο αυτισμός του Grice, η εμμονή του Halliday, όλα με σπρώχνουν στον άρχοντα του οποίου το μαντείο ήταν η École Normale Supérieure. Γιατί καθώς αποδομείται η γραφή, η μόνη διέξοδος είναι να βρει κανείς την πρώτη αιτία της, και αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μέσα στον καθρέφτη, δηλαδή να μην είναι καμία διέξοδος.
Η χωρίς όρια φιλοδοξία μου είναι η κατάργηση της γραμματολογίας. Όχι όμως από την περιορισμένη άποψη της κατάργησης των ειδών, αλλά χειρότερα: της κατάργησης των τρόπων. Ώστε να προσεγγίσει, όσο το δυνατόν περισσότερο και ακόμη περισσότερο, η γραφή το όριο του γράφοντος και του γραφομένου, ώστε να εννοηματώσει το χάσμα.


Η φίλη μου η Διονυσία, η οποία εκτός από καλλιτέχνις είναι εσχάτως και θεωρητικός της τέχνης, με έβρισε: “Άγονος αγώνας. Είσαι αγράμματος, έχει ήδη συμβεί αυτό. Κοίτα τη Cindy Sherman, το Dinos Chapman, ακόμα και τον Paul McCarthy. Μιλάς σαν άξεστος επαρχιώτης, γιατί δεν έκατσες ποτέ να δεις τί κάνει η τέχνη. Δεν θα ανακαλύψεις εσύ τον τροχό.”
Παραδόξως, είχε άδικο. Οι εικαστικές τέχνες έχουν βέβαια ένα πλεονέκτημα, αν και όχι εξίσου με τη μουσική, γιατί μπορούν να είναι λιγότερο αναφορικές. Παρ’ όλα αυτά, ο ρύπος της Cindy Sherman, για παράδειγμα, δεν είναι αυτοφυής: παραπέμπει στο ρυπαρό χωρίς να είναι. Ασφαλώς, η παραπομπή είναι συνήθως εξαιρετικά επιτυχημένη, ώστε ο τρόμος και ο ίλιγγος σύντομα να αποσυντονίζουν και να πετυχαίνουν, σε ένα βαθμό, την εφεύρεση του τροχού της Διονυσίας.
Η γραφή, όμως, είναι εξαιρετικά δυσκολότερο να γίνει αυτοαναφορική. Φυλακισμένη μέσα στη γλώσσα του πατέρα, την γλώσσα που είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνη για τη δόμησή της και τη δόμηση του υποκειμένου της, επιχειρεί (αν επιχειρεί) την αποδόμηση του εαυτού της και την αναίρεση του υποκειμένου της. Αν ακολουθούσε το δρόμο της Cindy και των ομοίων της (που δηλώνω ξανά πως θαυμάζω, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) θα μπορούσε, με μία αφήγηση απολύτως συνάδουσα με τη γλώσσα του πατέρα, να παραπέμψει σε σκηνές προκλητικές της ολότητας, παρμένες από την καθημερινή ζωή. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, νατουραλιστικά να περιγράψει τη σήψη ενός πτώματος.
Αλλά δεν σήπεται έτσι η γραφή. Δεν αποδομείται η γλώσσα του πατέρα. Το σημαίνον πρέπει να φορτιστεί τόσο πολύ, ώστε να υποκύψει κάτω από το βάρος και να οδηγηθεί στον αυτοχειριασμό του. Καθώς η αυτοαναφορικότητα ήταν πάντα ουτοπική, θα πρέπει η παραπομπή να είναι τόσο σπάταλη ώστε να αυτοακυρώνεται. Και πάντα, από την πρώτη κιόλας ματιά, να επιβεβαιώνεται το αταίριαστο, αυτό δηλαδή που ο πατέρας ονομάζει βέβηλο και ιερόσυλο.
Η γραφή να γίνει ο ζαρωμένος, δυσώδης πούτσος του θεού.


Τα ιστολογικά σχόλια συνεπικουρούν σε αυτήν την κατεύθυνση. Ιδιαίτατα δε τα αγοραία. Αυτά που φωνάζουν “τί γράφεις εκεί, γράψε αυτό που γουστάρω εγώ” νομίζοντας ότι απευθύνονται σε disc jockey επαρχιακού μπαρ με κονσομασιόν και πως εγώ θα τους κάνω το πρόγραμμα που παραγγέλλουν!
Επιτείνοντας, όμως, το ρύπο, με σπρώχνουν βαθύτερα. Φερέπονος θα συνεχίζω, ἐν ἀλγηδόσιν ὀξείαις, ώσπου να αναιρεθεί η γραφή.




















