
Αύριο θα βρίσκομαι στο Λονδίνο. Κάποιοι ιστολόγοι, ανάμεσά τους και οι πιο αγαπημένοι μου, είχαν την έμπνευση να συναντηθούμε εκεί, εμείς οι εμμένοντες και οι άλλοι της διασποράς, και κατά πάσα πιθανότητα θα πάω σε αυτή τη συνάντηση αύριο το απόγευμα.
Είναι μία συνάντηση την οποία ομολογώ πως φοβάμαι. Μου έγραψε σήμερα ο πιο αγαπημένος μου, και πιο μυστηριώδης από όλους, διαδικτυακός φίλος και μου λέει ότι δεν θέλει να με συναντήσει γιατί “το παιχνίδι των «μούτρων» ακόμη μου αρέσει, και δεν μπορώ να φανταστώ πώς αυτό θα μπορούσε να συνεχισθεί άμα εκλείψει η απαιτούμενη μίνιμουμ δόση μυστηρίου.”
Λοιπόν ο αγαπημένος μου αυτός φίλος το εξέφρασε καλύτερα από μένα. Οι φόβοι μου είναι ακριβώς οι ίδιοι με τους δικούς του, αν και κάπως μετριασμένοι μετά τις συναντήσεις μου με το Λολιτάκι, το Πρόβατο και τον Κοκοβιό. Εξακολουθώ, παρ΄όλα αυτά, να φοβάμαι την πλήρη αποδόμηση, που λέει και ο Ρωμανός, τη μοιραία απομυθοποίηση των ιστολόγων, την αυθυπαρξία τους. Και τη δική μου, κυρίως. Μπορεί οι ώς τώρα συναντήσεις να μην δικαίωσαν τους φόβους μου, μπορεί η απόσυρση του μυστηρίου να μην είχε ιδιαίτερα τραγικές συνέπειες μέχρι στιγμής, αλλά ομολογώ ότι εξακολουθώ να φοβάμαι.
Θα είναι ωραίο, κατά τα άλλα, το Λονδίνο. Θα ξαναδώ τους προραφαηλίτες στην Τέητ. Θα περπατήσω στο πάρκο. Θα βραχώ. Θα τα πιω στο αγαπημένο μου μπαράκι στο Earl’s Court. Ο Γ. θα μου κρατάει το χέρι.
Λίγες ώρες αφού προσγειωθούμε θα πρέπει να πάω στη συνάντηση. Ίσως και όχι. Δεν ξέρω αν θα αντέξω όλη αυτή την πραγματικότητα μαζεμένη. Υπάρχουμε κάπως αλλιώς εδώ. Με έναν άλλο τρόπο, με ένα άλλο όνομα, χωρίς φθόγγους, χωρίς το βάρος του κορμιού και της περιφοράς του, υπάρχουμε ως λόγος, απροκάλυπτα συμβολικοί. Σε απόσταση ασφαλείας από το πραγματικό.
Το σημαίνον Le Nonce είναι εύκολο να καρφωθεί στο πάπλωμα μέσα από συναντήσεις του φορέα του με όντα που παριστάνουν τα πραγματικά. Ώς και ο Μαλάνος νόμισε πως αιχμαλώτισε το σημαίνον Καβάφης στην συνάντηση εκείνη όπου ο Καβάφης υποτίθεται ότι ήταν έτοιμος να του την πέσει. Πολύ περισσότερο αιχμαλωτιστικοί είμαστε ασφαλώς εμείς οι πολλοί, οι μη μυημένοι σε αλεξανδρινές μαγγανείες, εμείς των οποίων ούτως ή άλλως η εμβέλεια είναι ελάχιστη, αν και υπερφίαλη.
Αναρωτιέμαι τελικά ποια είναι η μεγαλύτερη ανοησία – η οίηση του ιστολογείν ή η απρονοησία των συναντήσεων με άλλους ιστολόγους. Δεν έχω γράψει ποιήματα, αλλά ούτε σταυρούς σε μνήματα καρφώνω. Καρφώνω απλώς τη βελόνα πότε στο Le Nonce, πότε στον Ερανιστή, πότε στον πτωχό Φρειδερίκο, πότε στον Άμβροτο, πότε στην ψευδεπίγραφη Νανά, της οποίας άλλο ήταν το πραγματικό όνομα, μολονότι ήταν και αυτή ποιήτρια.

Η μόνη προστασία, εδώ που έφτασαν τα πράγματα, είναι να πω δυο κουβέντες για τον πραγματικό εαυτό μου, ώστε τουλάχιστον οι εν Λονδίνω ιστολόγοι να ξέρουν με ποιον έχουν να κάνουν.
Είμαι αναγκασμένος να δηλώσω απερίφραστα πως το πραγματικό μου όνομα είναι George, το ύψος μου 1.81 μέτρα, το βάρος μου 98 κιλά. Είμαι πλαδαρός και τριχωτός, με μεγάλο στομάχι. Το μούσι μου είναι σχεδόν άσπρο, αλλά το διατηρώ για να κρύβει κάπως το προγούλι. Όταν με βλέπετε στο δρόμο, αποστρέφετε το βλέμμα. Πράγματι το μοναδικό μου θέλγητρο είναι το μυαλό μου. Και αυτό είναι οξύτερο από όσο φαντάζεστε. Όπως οι άνθρωποι που χάνουν μια αίσθηση αναπτύσσουν σε μεγάλο βαθμό τις άλλες, έτσι κι εγώ, χάνοντας τα σωματικά μου θέλγητρα, ανέπτυξα το μυαλό μου.
Η δουλειά μου είναι βαρετή και γραφική. Δεν έχει σχέση με έντυπα, τέχνες, συγγραφείς, και τα όμοια. Επικοινωνώ με τους άλλους ανθρώπους με τεράστια δυσκολία. Είμαι το αρνητικό του Le Nonce. Δεν ταξιδεύω. Δεν διαβάζω. Περνώ τα βράδια μου τρώγοντας μπροστά στην τηλεόραση. Είμαι φανατικός θεατής των reality. Δεν μου αρέσει η μουσική. Σιχαίνομαι τις συναναστροφές. Παίρνω πράγματι αντικαταθλιπτικά. Δεν πηγαίνω σε μουσεία, εκθέσεις, όπερες, σινεμά, θέατρα. Μου είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να γράψω για οποιονδήποτε άλλον εκτός του εαυτού μου. Δημιούργησα όλους τους ανθρώπους που έχουν αναφερθεί στα μούτρα για να φαίνεται ότι έχω θέμα άλλο από τον εαυτό μου.
Είμαι φθονερός και φιλόδοξος – με την κακή έννοια. Λυπάμαι με τις επιτυχίες των φίλων μου, γιατί θα ήθελα να είναι δικές μου. Λυπάμαι με τις επιτυχίες των άλλων ιστολόγων, τους οποίους θαυμάζω πραγματικά μόνο όταν μου μοιάζουν. Τα πιο περισπούδαστα κείμενά μου δεν τα καταλαβαίνω. Τα αδέσποτα σημαίνοντα, που λέει και ο Ερανιστής, τα αμολάω στην τύχη. Έχω πλάι μου ένα σωρό λεξικά και φυτεύω τυχαία λέξεις εδώ και εκεί, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι να εκτυλίσσεται η αλυσίδα.
Κατοικώ σε ένα θλιβερό ημιυπόγειο δυάρι στο σταθμό Λαρίσης και το ένα δωμάτιο είναι πιασμένο από την κατάκοιτη μάνα μου και τη γυναίκα που την προσέχει. Ο Γ. και εγώ κοιμόμαστε σε έναν καναπέ που γίνεται κρεβάτι στο σαλόνι. Σεξ κάνουμε πολύ σπανίως, για να μην ενοχληθεί η γυναίκα που προσέχει τη μάνα μου. Ο Αλφρέδος και η Βιολέττα είναι δύο μίζερα ημιαδέσποτα που μας επισκέπτονται κατά καιρούς και τα ταΐζουμε αποφάγια.

Λέω στο Λονδίνο να πάω εγώ και όχι ο Le Nonce. Ίσως ο Le Nonce να διασκεδάσει με την διάψευση που θα υποστούν οι άλλοι. Πάντως, εδώ δεν πρόκειται να εμφανιστώ για μερικές μέρες. Θα αφήσω τον υπολογιστή και τα αμαρτήματά του πίσω μου.
Θα εμφανιστώ εξαγνισμένος, προσηνής και χαζός. Κακοντυμένος και ασουλούπωτος. Αχτένιστος. Με το μούσι ακούρευτο. Χωρίς τα δαχτυλίδια μου. Ένας Άλλος.



















