point de capiton

Αύριο θα βρίσκομαι στο Λονδίνο. Κάποιοι ιστολόγοι, ανάμεσά τους και οι πιο αγαπημένοι μου, είχαν την έμπνευση να συναντηθούμε εκεί, εμείς οι εμμένοντες και οι άλλοι της διασποράς, και κατά πάσα πιθανότητα θα πάω σε αυτή τη συνάντηση αύριο το απόγευμα.

Είναι μία συνάντηση την οποία ομολογώ πως φοβάμαι. Μου έγραψε σήμερα ο πιο αγαπημένος μου, και πιο μυστηριώδης από όλους, διαδικτυακός φίλος και μου λέει ότι δεν θέλει να με συναντήσει γιατί “το παιχνίδι των «μούτρων» ακόμη μου αρέσει, και δεν μπορώ να φανταστώ πώς αυτό θα μπορούσε να συνεχισθεί άμα εκλείψει η απαιτούμενη μίνιμουμ δόση μυστηρίου.”

Λοιπόν ο αγαπημένος μου αυτός φίλος το εξέφρασε καλύτερα από μένα. Οι φόβοι μου είναι ακριβώς οι ίδιοι με τους δικούς του, αν και κάπως μετριασμένοι μετά τις συναντήσεις μου με το Λολιτάκι, το Πρόβατο και τον Κοκοβιό. Εξακολουθώ, παρ΄όλα αυτά, να φοβάμαι την πλήρη αποδόμηση, που λέει και ο Ρωμανός, τη μοιραία απομυθοποίηση των ιστολόγων, την αυθυπαρξία τους. Και τη δική μου, κυρίως. Μπορεί οι ώς τώρα συναντήσεις να μην δικαίωσαν τους φόβους μου, μπορεί η απόσυρση του μυστηρίου να μην είχε ιδιαίτερα τραγικές συνέπειες μέχρι στιγμής, αλλά ομολογώ ότι εξακολουθώ να φοβάμαι.

Θα είναι ωραίο, κατά τα άλλα, το Λονδίνο. Θα ξαναδώ τους προραφαηλίτες στην Τέητ. Θα περπατήσω στο πάρκο. Θα βραχώ. Θα τα πιω στο αγαπημένο μου μπαράκι στο Earl’s Court. Ο Γ. θα μου κρατάει το χέρι.

Λίγες ώρες αφού προσγειωθούμε θα πρέπει να πάω στη συνάντηση. Ίσως και όχι. Δεν ξέρω αν θα αντέξω όλη αυτή την πραγματικότητα μαζεμένη. Υπάρχουμε κάπως αλλιώς εδώ. Με έναν άλλο τρόπο, με ένα άλλο όνομα, χωρίς φθόγγους, χωρίς το βάρος του κορμιού και της περιφοράς του, υπάρχουμε ως λόγος, απροκάλυπτα συμβολικοί. Σε απόσταση ασφαλείας από το πραγματικό.

Το σημαίνον Le Nonce είναι εύκολο να καρφωθεί στο πάπλωμα μέσα από συναντήσεις του φορέα του με όντα που παριστάνουν τα πραγματικά. Ώς και ο Μαλάνος νόμισε πως αιχμαλώτισε το σημαίνον Καβάφης στην συνάντηση εκείνη όπου ο Καβάφης υποτίθεται ότι ήταν έτοιμος να του την πέσει. Πολύ περισσότερο αιχμαλωτιστικοί είμαστε ασφαλώς εμείς οι πολλοί, οι μη μυημένοι σε αλεξανδρινές μαγγανείες, εμείς των οποίων ούτως ή άλλως η εμβέλεια είναι ελάχιστη, αν και υπερφίαλη.

Αναρωτιέμαι τελικά ποια είναι η μεγαλύτερη ανοησία – η οίηση του ιστολογείν ή η απρονοησία των συναντήσεων με άλλους ιστολόγους. Δεν έχω γράψει ποιήματα, αλλά ούτε σταυρούς σε μνήματα καρφώνω. Καρφώνω απλώς τη βελόνα πότε στο Le Nonce, πότε στον Ερανιστή, πότε στον πτωχό Φρειδερίκο, πότε στον Άμβροτο, πότε στην ψευδεπίγραφη Νανά, της οποίας άλλο ήταν το πραγματικό όνομα, μολονότι ήταν και αυτή ποιήτρια.

Η μόνη προστασία, εδώ που έφτασαν τα πράγματα, είναι να πω δυο κουβέντες για τον πραγματικό εαυτό μου, ώστε τουλάχιστον οι εν Λονδίνω ιστολόγοι να ξέρουν με ποιον έχουν να κάνουν.

Είμαι αναγκασμένος να δηλώσω απερίφραστα πως το πραγματικό μου όνομα είναι George, το ύψος μου 1.81 μέτρα, το βάρος μου 98 κιλά. Είμαι πλαδαρός και τριχωτός, με μεγάλο στομάχι. Το μούσι μου είναι σχεδόν άσπρο, αλλά το διατηρώ για να κρύβει κάπως το προγούλι. Όταν με βλέπετε στο δρόμο, αποστρέφετε το βλέμμα. Πράγματι το μοναδικό μου θέλγητρο είναι το μυαλό μου. Και αυτό είναι οξύτερο από όσο φαντάζεστε. Όπως οι άνθρωποι που χάνουν μια αίσθηση αναπτύσσουν σε μεγάλο βαθμό τις άλλες, έτσι κι εγώ, χάνοντας τα σωματικά μου θέλγητρα, ανέπτυξα το μυαλό μου.

Η δουλειά μου είναι βαρετή και γραφική. Δεν έχει σχέση με έντυπα, τέχνες, συγγραφείς, και τα όμοια. Επικοινωνώ με τους άλλους ανθρώπους με τεράστια δυσκολία. Είμαι το αρνητικό του Le Nonce. Δεν ταξιδεύω. Δεν διαβάζω. Περνώ τα βράδια μου τρώγοντας μπροστά στην τηλεόραση. Είμαι φανατικός θεατής των reality. Δεν μου αρέσει η μουσική. Σιχαίνομαι τις συναναστροφές. Παίρνω πράγματι αντικαταθλιπτικά. Δεν πηγαίνω σε μουσεία, εκθέσεις, όπερες, σινεμά, θέατρα. Μου είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να γράψω για οποιονδήποτε άλλον εκτός του εαυτού μου. Δημιούργησα όλους τους ανθρώπους που έχουν αναφερθεί στα μούτρα για να φαίνεται ότι έχω θέμα άλλο από τον εαυτό μου.

Είμαι φθονερός και φιλόδοξος – με την κακή έννοια. Λυπάμαι με τις επιτυχίες των φίλων μου, γιατί θα ήθελα να είναι δικές μου. Λυπάμαι με τις επιτυχίες των άλλων ιστολόγων, τους οποίους θαυμάζω πραγματικά μόνο όταν μου μοιάζουν. Τα πιο περισπούδαστα κείμενά μου δεν τα καταλαβαίνω. Τα αδέσποτα σημαίνοντα, που λέει και ο Ερανιστής, τα αμολάω στην τύχη. Έχω πλάι μου ένα σωρό λεξικά και φυτεύω τυχαία λέξεις εδώ και εκεί, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι να εκτυλίσσεται η αλυσίδα.

Κατοικώ σε ένα θλιβερό ημιυπόγειο δυάρι στο σταθμό Λαρίσης και το ένα δωμάτιο είναι πιασμένο από την κατάκοιτη μάνα μου και τη γυναίκα που την προσέχει. Ο Γ. και εγώ κοιμόμαστε σε έναν καναπέ που γίνεται κρεβάτι στο σαλόνι. Σεξ κάνουμε πολύ σπανίως, για να μην ενοχληθεί η γυναίκα που προσέχει τη μάνα μου. Ο Αλφρέδος και η Βιολέττα είναι δύο μίζερα ημιαδέσποτα που μας επισκέπτονται κατά καιρούς και τα ταΐζουμε αποφάγια.

Λέω στο Λονδίνο να πάω εγώ και όχι ο Le Nonce. Ίσως ο Le Nonce να διασκεδάσει με την διάψευση που θα υποστούν οι άλλοι. Πάντως, εδώ δεν πρόκειται να εμφανιστώ για μερικές μέρες. Θα αφήσω τον υπολογιστή και τα αμαρτήματά του πίσω μου.

Θα εμφανιστώ εξαγνισμένος, προσηνής και χαζός. Κακοντυμένος και ασουλούπωτος. Αχτένιστος. Με το μούσι ακούρευτο. Χωρίς τα δαχτυλίδια μου. Ένας Άλλος.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 13 σχόλια »

τὸ δράμα

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. Leave a Comment »

And his dark secret love does thy life destroy

Ο έρωτας είναι ένα παράσιτο που κατατρώγει τη ζωή σου. Δεν σταματάς ακόμη και όταν πονάει όλο σου το σώμα από τις αλλεπάλληλες εκτροπές της σάρκας. Δεν σταματάς ακόμη και όταν έχεις ολοσχερώς αποξηρανθεί.

Το πρωί το σώμα σου προσπαθεί να συνέλθει. Καμμένο, ασταθές, έωλο. Στον καθρέφτη, η μορφή ενός καταραμένου. Τα χείλη καταπονημένα. Τα μάτια κόκκινα.

Το αίμα είναι ορατό. Στα χείλη, στο λαιμό, στα μάτια. Το αίμα κινεί τον έρωτα. Η αιμάτωση. Δέχεσαι μέσα σου ένα μέλος πλήρες αίματος. Ματώνεις.

Παραπατάς στο ημίφως. Μέσα από τις γρίλιες μπαίνει ελάχιστο φως και αποκαλύπτει τον άντρα της προηγούμενης νύχτας στο κρεβάτι. Ολόγυμνο, σχεδόν πεθαμένο, παραδομένο σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

Γδύνεσαι ξανά. Ξαπλώνεις πλάι του. Τον χαϊδεύεις σε όλο του το σώμα. Σου χαμογελά. Τον φιλάς. Κουρασμένο το αίμα αλλά σταθερό ρέει προς το θείο φαλλό. Ορθώνεται. Τον θηλάζεις με μανία, τόσο βαθιά που κόβεται η αναπνοή σου. Το δικό σου αίμα κατευθύνεται ταχύτατο στον πούτσο σου. Θέλεις να γίνεις βρυκόλακας. Να πιείς όλο το αίμα του θείου φαλλού και οι αρτηρίες να συνεχίσουν να στέλνουν κι άλλο ώσπου να ξηρανθεί το σώμα του έρωτος.

Ύστερα συμβαίνει κάτι παράδοξο. Αντί να αφαιματωθεί και να αποξηρανθεί το σώμα του έρωτος, αφαιματώνεσαι και αποξηραίνεσαι εσύ. Το σώμα του έρωτος εγείρεται, ανοίγει τα παράθυρα και σκουπίζει το αίμα από τα χείλη του με το πεταμένο σου εσώρρουχο.

Αναρτήθηκε στις ομοερωτικά. Leave a Comment »

Even in your Zen heaven we shan’t meet

Ένα γυμνό αγόρι ήρθε στον ύπνο μου και μου ξύπνησε τη σφοδρότατη επιθυμία να το διακορεύσω.

Δεν ξέρω αν ήταν όνειρο. Κάποιες λεπτομέρειες μοιάζουν ονειρικές: η ασάφεια των περιγραμμάτων, η λαμπρότητα των χρωμάτων, η αντήχηση των λέξεων. Ωστόσο, το υπνοδωμάτιο έχει το σχήμα ενός μεγάλου θόλου, όπου πράγματι αντηχούν οι φωνές, και οι πρωινές αχτίδες, εισβάλλοντας αναιδώς από τις γρίλιες, συχνά παίζουν παιχνίδια με τα χρώματα. Επίσης, δεν φορούσα τα γυαλιά μου και η πολύ ψηλή μυωπία μου δικαιολογεί την ασάφεια των περιγραμμάτων των μορφών.

Το αγόρι αυτό θα ήταν είκοσι, το πολύ είκοσι δύο ετών και έμοιαζε σαν πορτραίτο καμωμένο από ζωγράφο που οπωσδήποτε ήταν ερωτευμένος μαζί του. Τα χείλη του είχαν το πιο λαμπρό βαθυκόκκινο χρώμα που έχω δει ποτέ. Το πρόσωπό του ήταν ολόλευκο σαν να φορούσε πούδρα από ρύζι. Τα μαλλιά του, μακριά και πλούσια, ήσαν μαύρα.

Ήρθε πλάι μου, χαμογέλασε και μου είπε "Δεν θα με έχεις. Ποτέ." Και μετά άρχισε να κλαίει και να σπαράσσεται σαν να μη με είχε απορρίψει εκείνο, σαν να το είχα απορρίψει εγώ. Πήγα να το χαϊδέψω, αλλά τραβήχτηκε αμέσως μακριά μου και έσυρε το γυμνό σώμα του σε μία γωνία του δωματίου. Εκεί άρχισε να τρέμει και δεν ήξερα αν το διαρκές τρέμουλο που έβλεπα οφειλόταν στο κρύο, στο σπαραγμό ή στη μυωπία μου.

Φόρεσα τα γυαλιά μου και το αγόρι εξακολουθούσε να τρέμει. Πήρα ένα πάπλωμα από τη ντουλάπα για να αποκλείσω και την πεζή εξήγηση της χαμηλής θερμοκρασίας. Με άφησε να το σκεπάσω, όχι όμως και να το αγγίξω. Και παρέμεινε στη γωνία του δωματίου, να κλαίει και να ολοφύρεται, να τρέμει και να χτυπιέται επί ώρα πολλή.

Όρθιος στην πόρτα, τρομαγμένος, παρακολουθούσα το θρήνο του αγοριού. Κάποτε στέρεψαν τα δάκρυα και με κοίταξε. Τα μάτια του είχαν χρώμα βαθύ μπλε.

"Πώς σε λένε;" το ρώτησα.

"Είμαι ο Ιωάννης Ερανιστής. Αλλά αυτό που βλέπεις είναι αυτό που θέλεις, όχι αυτό που είμαι. Ήρθα να σου πω πως δεν θα συναντηθούμε ποτέ."

Στη συνέχεια ξέσπασε σε γέλια μέχρι δακρύων. Ενόσω γελούσε, σταδιακά τα μαλλιά του έπεφταν, το λευκό του προσώπου του κιτρίνιζε, τα χείλη του γίνονταν όλο και πιο πελιδνά, το πρόσωπό του γέμιζε ρυτίδες, το σώμα του γέμιζε λίπος. Μέσα σε μισή ώρα είχε μεταμορφωθεί σε έναν μεσόκοπο φαλακρό παχύσαρκο κύριο με γυαλιά. Αλλά δε σταμάτησε στιγμή να γελάει.

"Even in your Zen heaven we shan't meet!" μου είπε, με εμφανώς γερμανική προφορά, και αταίριαστα πρόσθεσε την παραπομπή. "Sylvia Plath. Lesbos.1962."

Όλο αυτό το διάστημα είχα μείνει άφωνος. Εμβρόντητος όχι τόσο από τη μεταμόρφωση του αγοριού, όσο από την ίδια την ύπαρξή του. Ήμουν σίγουρος πως ο Ερανιστής υπήρχε μόνο στον εγκέφαλό μου, ενίοτε στο ιστολόγιό μου, δύο φορές στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο. Υποψιαζόμουν, επίσης, πως ο Ερανιστής ήταν εγώ. Πως υπνοβατούσα τις νύχτες και υπήρχα ως Ερανιστής. Αλλά τώρα είχα μπροστά μου τον πραγματικό Ερανιστή και μάλιστα σε μια τόσο φαντασμαγορική παράσταση!

Το μόνο που μπόρεσα να πως ήταν "ώστε υπάρχεις λοιπόν!"

Και τότε ο Ερανιστής μου απάντησε "Μόνον ως εικών εικοσαετούς νέου. Γι αυτό δεν θα με έχεις ποτέ." Και αναλύθηκε εκ νέου σε δάκρυα. Τα δάκρυα ήσαν πολλά, δεν φανταζόμουν ότι υπάρχει η δυνατότητα να χύσει κανείς τόσα πολλά δάκρυα. Μούσκεψαν το χαλί και ο Ιωάννης συνέχισε να κλαίει. Ώσπου έλιωσε. Κυριολεκτικά. Εξαφανίστηκε.

Κοίταξα το ημερολόγιο του υπολογιστή μου. Για κάποιο λόγο ακατανόητο έλεγε 6 Αυγούστου. Το διόρθωσα, είδα τί υποχρεώσεις είχα σήμερα (και ήσαν πολλές) και ντύθηκα για να πάω στη δουλειά.

Η Νίνα, η κυρία που καθαρίζει το σπίτι, μου τηλεφώνησε προ ολίγου. "Να πείτε στον φίλο σας τον Ερανιστή να μην ξανάρθει. Τρεις ώρες μάζευα τα δάκρυά του με τη σφουγγαρίστρα. Θα σαπίσει το παρκέ."

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 1 σχόλιο »

μὰ ὁ παλαιὸς καθρέπτης τώρα χαίρονταν

Στη ζωή μου έχω γαμήσει και έχω γαμηθεί σαν πουτάνα. Αδιάκριτα και ακαταλόγιστα, στα χρόνια πριν γνωρίσω το Γ., όχι απλώς δεν έλεγα ποτέ όχι, αλλά δεν δεχόμουν και αρνητικές απαντήσεις. Οποιονδήποτε άντρα δεν ήθελε να πάει στο κρεβάτι μαζί μου τον αντιμετώπιζα σαν πρόκληση, σαν στόχο που πρέπει οπωσδήποτε να κατακτηθεί.

Δεν επρόκειτο για έρωτα, αλλά για μία διαρκή ανικανοποίητη επιθυμία χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο. Ένα είδος ερωτομανίας. Υπήρχαν νύχτες κατά τις οποίες συνευρισκόμουν με έξι ή επτά άντρες και σταματούσα μόνο και μόνο επειδή ήταν αργά το πρωί και είχα κάποια δουλειά να κάνω, δουλειά που μισούσα και απεχθανόμουν επειδή διέκοπτε τα γαμήσια μου, δουλειά στην οποία πήγαινα με το άρωμα του σπέρματος περήφανα διάχυτο πάνω μου.

Το πιο κοντινό στην ερωτική ένταση συναίσθημα που ένιωθα εκείνο τον καιρό ήταν η μανία να ρίξω στο κρεβάτι όποιον αρχικά αρνιόταν. Με έπιανε ένα είδος τρέλας ή μονομανίας και κατέστρωνα περίπλοκα σχέδια αποπλάνησης του εκάστοτε φταίχτη. Η πιο αποτελεσματική τακτική ήταν συνήθως η απεριόριστη κολακεία, σε συνδυασμό με μία υπερβολική επίδειξη των θελγήτρων μου.

Βοηθούσε το γεγονός ότι τα θέλγητρά μου δεν υπήρξαν ποτέ σωματικά. Υπήρξα, βέβαια, λεπτότερος, και θα έλεγα ότι η φυσιογνωμία μου ήταν πάντα συμπαθής, ποτέ όμως δεν διετέλεσα ωραίος. Τα βασικά μου θέλγητρα ήσαν πάντα η σαγηνευτική ομιλία μου, η πνευματική μου ανωτερότητα σε σχέση με την πλειονότητα των αντρών που συναντούσα, το καλό μου γούστο και η έλλειψη κάθε ενδοιασμού στην προσπάθεια για την κατάκτηση του στόχου.

Με λίγα λόγια, φρόντιζα να κερδίσω τον απεριόριστο θαυμασμό των αντρών τους οποίους στόχευα, με διακριτικές αλλά σαφείς επιδείξεις πνεύματος και καλαισθησίας, ετοιμολογίας και γνώσης. Συνήθως ήταν εύκολο να τους φέρω στην κατάσταση του θαυμασμού και της απορίας, του τύπου πώς ένας άνθρωπος τόσο σπουδαίος, τόσο έξυπνος, τόσο μορφωμένος κάνει παρέα μαζί μου. Άλλωστε, οι περισσότεροι από τους αρνητές μου ήσαν λαϊκά παιδιά, περιορισμένων εμπειριών και οριζόντων ή νεόκοποι κουλτουριάρηδες για τους οποίους ήταν λογικό να αποτελώ πρότυπο.

Το επόμενο βήμα ήταν πάντα να μειώσω με κάθε τρόπο τον εαυτό μου κολακεύοντας ασύστολα τους εκμαυλιζόμενους. Η εκκίνηση της κολακείας ήταν πάντοτε η εμφάνιση, διότι αυτό ήταν το ευκολότερο. Έχοντας φουσκώσει τόσο τη δική μου προσωπικότητα και το μυαλό μου (με διακριτική μετριοφροσύνη, οπωσδήποτε, αλλά παρ’ όλα αυτά σαφής ήταν η αίσθηση της αντικειμενικής ανωτερότητας), δεν ήταν δυνατό να ισχυρισθώ ότι τους είχα ερωτευθεί για το μυαλό, τις γνώσεις ή το χαρακτήρα τους, αλλά ήταν εξαιρετικά εύκολο και λογικό να περιγράφω πόσο με είχε συγκινήσει, πόσο με είχε ενθουσιάσει το πρόσωπο, το σώμα, η κίνηση του εκάστοτε προσώπου που ήθελα στο κρεβάτι μου.

Ανάλογα με την περίσταση, έγραφα ποιήματα, έστελνα λουλούδια, έκανα μεγάλα ταξίδια (ώς και στο Όσλο είχα φτάσει για μιάμιση μέρα για να δω έναν από αυτούς), έγραφα μακροσκελή και δακρύβρεχτα γράμματα. Στις συναντήσεις μας τόνιζα πάντα πόσο θαυμάζω το στόχο μου, πόσο ερωτευμένος είμαι μαζί του, πόσο κατανοητό είναι πως δεν θέλει να είναι μαζί μου, τί δουλειά έχει με μένα τον ανάξιο αυτός, ένας άντρας τόσο υπέροχος, που αναμφίβολα θα είχε πολλές καλύτερες επιλογές (γυναίκες ή άντρες, ανάλογα με τη σεξουαλική του κατεύθυνση), αλλά ωστόσο είχα την ελπίδα πως θα μου επιτρέψει να συνεχίσω σιωπηλά να τον αγαπώ, αδιαφόρως της ανταπόδοσης, η οποία βεβαίως δεν μου άξιζε και βεβαίως δεν θα ερχόταν.

Το μελόδραμα σπανίως ήταν αναγκαίο να συνεχιστεί για περισσότερο από δύο συναντήσεις. Συνήθως, στη δεύτερη το πολύ συνάντηση, ο δύσκολος στόχος υποχωρούσε, με φιλούσε και αποσυρόμασταν, εγώ με δάκρυα χαράς και δυσπιστίας στα μάτια, σε κάποιο ιδιωτικό χώρο, όπου ακολουθούσαν ακατανόμαστες χειρονομίες και πράξεις, επαναλαμβανόμενες, μεγάλης διαρκείας και μεγάλης ηδονής και για τους δυο μας (ή τους τρεις μας, σε κάποιες περιπτώσεις).

Κάποιες φορές ήταν απαραίτητο να επιμείνω λίγο περισσότερο. Η κολακεία γινόταν εντονότερη και επεκτεινόταν σε όλους τους τομείς, η δυστυχία μου εξαιτίας της (δίκαιης, ωστόσο, υποκρινόμουν, και απολύτως κατανοητής) απόρριψης γινόταν πιο φανερή και δεν έλειπαν οι κορώνες τύπου «ναι, αλλά τί μου μένει από όλα αυτά; θα πεθάνω μόνος και ανέραστος μέσα στα βιβλία και τις μουσικές μου. Τουλάχιστον όμως θα έχω την αγάπη μου για σένα, ό,τι και αν συμβεί.»

Ο δήθεν ανυπόκριτος θαυμασμός μου για το εκάστοτε σεξουαλικό αντικείμενο εντέλει απέδιδε καρπούς. Κάθε φορά. Η ένταση την οποία είχα χτίσει στο διάστημα του εκμαυλισμού και η αφόρητη ταπεινότητα με την οποία ξεκινούσα, ως άλλος Χριστιανόπουλος, την σεξουαλική πράξη πάντα οδηγούσε σε τεράστιες εξάρσεις και εκρήξεις κατά τη διάρκεια του σεξ. Άλλωστε, το σεξ είναι μία από τις δραστηριότητες στις οποίες η εμπειρία μετράει, και η δική μου εμπειρία ήταν πάρα πολύ μεγάλη και ιδιαίτερα πολυσχιδής.

Το κυριότερο στοιχείο μιας επιτυχούς αποπλάνησης είναι η επιτυχία της ίδιας της σεξουαλικής πράξης. Ένα μέτριο γαμήσι θα αποτελούσε αναδρομική ακύρωση όλων των προσπαθειών που κατέβαλλα για να φέρω αυτούς τους άντρες στο κρεβάτι μου. Το πάθος, επομένως, αν και σχεδιασμένο, αν και υπολογισμένο, ήταν τρομερό και τα γαμήσια περί ων ο λόγος είναι βέβαιο πως έμειναν αξέχαστα στα θύματά μου.

Φυσικά, μετά την κατάκτηση του στόχου, δεν υπήρχε λόγος να συνεχισθεί το παιγνίδι. Αντίθετα, υπήρχαν αναρίθμητες αιτίες να σταματήσει – δεν με ενδιέφεραν αυτοί οι άντρες καθεαυτοί, απλώς με προκαλούσε το γεγονός ότι μου αντιστέκονταν. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε πια αντίσταση, ήμουν ελεύθερος να προσανατολιστώ σε νέους στόχους, εύκολους και δύσκολους, γιατί το θέμα ήταν να τρέχει το κοντέρ, όπως το έθεσε ένας εραστής μου ταξιτζής.

Αν η προηγούμενη κατάκτηση ήταν δύσκολη ή είχε πάρει καιρό (δηλαδή περισσότερο από μία εβδομάδα), τότε συνήθως προσανατολιζόμουν για μερικές μέρες σε ευκολότερους στόχους. Κάποιες φορές μάλιστα μπορεί και να επέστρεφα για ένα δυό γαμήσια σε κάποιο προηγούμενο θύμα, για να ξεκουραστώ κάπως πριν την επόμενη εξόρμηση αποπλάνησης.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η αβεβαιότητά μου ήταν τόσο μεγάλων διαστάσεων ώστε κυρίως με είλκυαν οι δύσκολοι στόχοι, οι αρνητές μου, αφού από αυτούς αντλούσα την ικανοποίηση της περιπόθητης αυτεπιβεβαίωσης. Οι εύκολοι ήσαν κάπως σαν προπόνηση πριν τον αγώνα, σαν πρόβα πριν την παράσταση, σαν μελέτη πριν τις εξετάσεις. Οι δύσκολοι ήσαν πάντα ο κύριος στόχος.

Και προφανώς, σε όλη αυτή τη διαδικασία, ο ουράνιος έρωτας δεν υπήρχε, ούτε υπήρχε τρόπος να υπάρξει. Σε όλη αυτή τη διαδικασία το θέμα ήταν βιολογικό, αισθητικό και ψυχικής υγείας.

Το βιολογικό ζητούμενο είναι από μία άποψη το πιο προφανές και από μία άλλη το πιο κρυμμένο. Το προφανές αφορά την καύλα και την ανάγκη να χύσει κανείς. Το κρυμμένο, όμως, έρχεται στην επιφάνεια όταν αρχίσεις να αναρωτιέσαι γιατί δεν καλύπτεται η βιολογική ανάγκη για σεξ με τον πιο εύκολα διαθέσιμο τρόπο, αλλά απαιτεί τον εκμαυλισμό, την κατάκτηση, την υποδούλωση της επιθυμίας όλο και περισσότερων, όλο και πιο δύσκολων ερωτικών συντρόφων. Μου φαίνεται ότι η ανάγκη αυτή δεν είναι ακραιφνώς σεξουαλική. Είναι μάλλον μία ανάγκη επιβίωσης, που εντάσσεται στη δυναμική της επιβίωσης του ισχυρότερου, της επιβολής της σεξουαλικότητας ως μέσου κατάκτησης του κόσμου.

Το ζητούμενο ψυχικής υγείας είχε, βεβαίως, να κάνει με τη χαμηλή μου αυτοεκτίμηση. Η σεξουαλική απόρριψη δεν ήταν κάτι το οποίο ήμουν διατεθειμένος να δεχθώ.

Το αισθητικό ζητούμενο είναι τόσο κοινό ανάμεσα στους ομοφυλόφιλους που σχεδόν ντρέπομαι να το αναφέρω. Αλλά τόσα και τόσα έχω βγάλει στη φόρα σήμερα, δεν θα με πειράξει μία ακόμη προσωπική αποκάλυψη.

Ομολογώ, λοιπόν, με συντριβή, ότι μου αρέσουν οι ωραίοι άντρες. Πάντα μου άρεσαν οι άντρες που πολλοί και πολλές θαυμάζουν για το πρόσωπο και για το σώμα τους. Δεν κάνω διακρίσεις σε αυτόν τον τομέα του τύπου ξανθοί ή μελαχρινοί, μυώδεις ή λεπτοί, έξυπνοι ή σύνδρομα, ευαίσθητοι ή κρετίνοι, μου αρκεί η λεγόμενη εξωτερική εμφάνιση ενός άντρα να είναι κατά κοινή ομολογία ωραία. Η θέα ενός ωραίου άντρα πάντα μου προκαλούσε μία πολύ χειροπιαστή βιολογική αντίδραση.

Επίσης, ομολογώ, με ακόμη μεγαλύτερη συντριβή, ότι υποκύπτω σε όλα ανεξαιρέτως τα cliché της gay ερωτικής μυθολογίας: τα δέρματα, τα λευκά εσώρρουχα, οι μπότες, οι στολές, οι ναύτες, η παρακμή, ο ιδρώτας, τα πάρκα, τα τζουρά, η διακριτικά ανδρόγυνη εμφάνιση, τα στενά τζην, όλα αυτά και πολλά παρόμοια με διεγείρουν αφάνταστα.

Η μυθολογία αυτή συμπεριλαμβάνει βεβαίως όλα τα πρόστυχα ωραία τσόλια με τα οποία έχω γαμηθεί αλλά και όλους τους κατά κοινή παραδοχή ωραίους νέους που έχω αποπλανήσει.

Και κυρίως περιλαμβάνει την εξαίσια αίσθηση της προδοσίας όλων όσους έχω αποπλανήσει. Ο άντρας που έχει αποπλανηθεί με τον τρόπο που περιέγραψα αναγκαστικά υφίσταται μία αναστάτωση πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που υπέστη ο αποπλανητής του ενόσω επεξεργαζόταν και εφάρμοζε το σχέδιο αιχμαλωσίας. Σαν αθώα γκομενίτσα παλιάς ελληνικής ταινίας, δεν φαντάζεται πως όλα αυτά είχαν αποκλειστικό σκοπό να τον ρίξεις στο κρεβάτι και πως από τη στιγμή που θα πάρεις αυτό που ήθελες δεν σε ενδιαφέρει πια να τον ξαναδείς. Ειδικά εφόσον έχει την εντύπωση, που εσύ εντέχνως του έχεις δημιουργήσει, ότι υπέκυψε στη δική σου επιθυμία, ότι σου έκανε τη χάρη, ανεξαρτήτως του πόσο τελικά και ο ίδιος το απήλαυσε, δεν μπορεί να εξηγήσει την ξαφνική αυτή μεταστροφή σου.

Όταν σε βλέπει να φλερτάρεις τον επόμενο άντρα, τα συναισθήματά του είναι έντονα και αρνητικά. Δεν είναι ζήλεια ακριβώς αυτό που νιώθει, είναι μία αίσθηση προδοσίας. Είναι μία απορία που κλονίζει τη σχέση του με τον εαυτό του.

«Μα μέχρι χθες αυτός ήταν τρελός για μένα. Εγώ ήμουν αυτός που δεν τον ήθελε. Πώς γίνεται τώρα, ξαφνικά, να σαλιαρίζει με κάποιον άλλο;»

Η απάντηση είναι απλή. Τον εξαπάτησες, βεβαίως, για να τον ρίξεις στο κρεβάτι. Και τώρα τον προδίδεις. Όχι με την έννοια της ερωτικής απιστίας. Η προδοσία συνίσταται στο γεγονός ότι δημιούργησες μία μοναδική για αυτόν κατάσταση, με πονηρούς, αν και διαφανείς, σκοπούς, και τώρα του αποκαλύπτεις ξεδιάντροπα ότι επρόκειτο περί απάτης, ότι τίποτα από όλα αυτά που τον έκανες να πιστέψει δεν ίσχυε, πέρα από το ότι χρειαζόσουν το σώμα του.

Δεν είναι, όμως, αθώο το θύμα. Ας μην ξεχνάμε πως του χάρισες τουλάχιστον μία αξέχαστη ερωτική νύχτα. Ας μην ξεχνάμε πως είναι ένας ωραίος άντρας που υπέκυψε τελικά στα θέλγητρά σου. Ας μην ξεχνάμε πως εντάσσεται και αυτός στη θεία μυθολογία του κατακτημένου, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του.

Αν έχει λίγο μυαλό, θα φροντίσει να επαναλάβει την εμπειρία. Με κάποιον άλλο άντρα, με κάποιον άλλο τρόπο.

.

Αναρτήθηκε στις κλειδιά, ομοερωτικά. 8 σχόλια »