
Μερικές φορές νιώθω τόσο έντονη την επιθυμία να ταυτιστώ με κάποιον προσωπικά άγνωστο, συχνά πεθαμένο, του οποίου τα κείμενα διαβάζω, ώστε πονάω. Με πονεί η ψυχή μου που η ζωή κλέβει τόσο ασύστολα τα αισθήματα και τα συναισθήματα, τις εμπειρίες και τις συγκινήσεις, που θα έπρεπε να ανήκουν στη γραφή. Με πονεί το μυαλό μου που δεν μπορεί να ταυτιστεί το πρόσωπό μου με τη γραφή και η ζωή μου με τη φαντασιακή ζωή του γράφοντος.
Νεότερος, με την ψευδαίσθηση ότι είναι δυνατή η σύμπτωση του ερωμένου και του αναγνώστη, είχα γίνει ο εφιάλτης των αγαπημένων μου συγγραφέων. Τους καταδίωκα σε παρουσιάσεις βιβλίων, σε δημόσιες αναγνώσεις, έξω από γραφεία εκδοτικών οίκων. Σε μία δημόσια ανάγνωση του πιο λατρευτού μου συγγραφέα, περίμενα να φύγουν όλοι και μετά τον πλησίασα και του είπα πως τον αγαπούσα.
“Και τί θέλετε;” μου είπε με αλαζονική αναλγησία. Ψεύσθηκα ότι ήθελα να μου υπογράψει το τελευταίο του βιβλίο. Ενώ στην πραγματικότητα, ήθελα να είμαι αυτός.

Τώρα κινδυνεύω να γίνω ο εφιάλτης των ιστολόγων. Και αυτοί, σαν να το ξέρουν, δεν με αφήνουν να μιλήσω ακριβώς τη στιγμή που θέλω τόσο πολύ να τους δώσω ένα φιλί. Έγραψε πριν λίγες μέρες η σιωπηλά αγαπημένη μου de(e)lumina ένα κείμενο συγκλονιστικό, με τίτλο i just want to feel, απαγορεύοντας τα σχόλια, τη στιγμή ακριβώς που ήθελα να της πω “εδώ είμαι, πεσμένος δίπλα σου.”
Διαβάζοντας πάντα αυτό που θέλω να διαβάσω, βλέπω την de(e)lumina να μιλά για τη σαγήνη της αβεβαιότητας και του παραδομού, τη γοητεία της δεδομένης ήττας του έρωτα. Το παιχνίδι της χωρίς παιχνίδια συνάντησης πρόσωπο με πρόσωπο, κατά την οποία ο άλλος φορά ένα πρόσωπο που νομίζει ότι θα τον προστατέψει και εσύ δεν φοράς κανένα πρόσωπο, αν και ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα σου επιτεθεί, θα σου ρίξει βιτριόλι, και θα είσαι απροστάτευτος. Θα πέσεις κάτω, θα δείξεις το πρόσωπό σου χωρίς δέρμα, θα αποκαλυφθείς ολοκληρωτικά. Ενώ από πριν ήξερες πως δεν πρόκειται να σου τη χαρίσει, πως δεν πρόκειται με ανωτερότητα να αρνηθεί να εκμεταλλευθεί την αδυναμία σου.
Ο έρωτας είναι πάντα μονομερής. Αν ο ένας δεν ηνιοχεύσει την ψυχή του άλλου, που λέει και ο Ανακρέων, έρωτας δεν γίνεται. Και όταν ακόμη ο ηνίοχος δεν γνωρίζει, και συνήθως δεν γνωρίζει, ότι της ψυχής του άλλου ηνιοχεύει, δεν σημαίνει ότι ηνιοχεύει λιγότερο. Ούτε ότι ο άλλος δεν γνωρίζει ότι ηνιοχεύεται. Ούτε ότι δεν έχει επιλέξει, εν πλήρει επιγνώσει, να ηνιοχευθεί. Αλλά αν το έχει επιλέξει, αν έχει επίγνωση της εξουσίας του ηνιόχου, ενώ ο ηνίοχος δεν έχει επίγνωση της δικής του εξουσίας, το ίδιο αυτό το παιχνίδι υπονομεύεται. Το γλυκύπικρον όρπετον δεν ξέρεις πια ποια αφετηρία έχει και ποια κατάληξη. Πού ενσωματώνεται την κάθε στιγμή το θείο φίδι.

‘Οχι μόνο γλυκύπικρος, αλλά και θελξίπικρος ο έρωτας, μας θυμίζει ο πολυαγαπημένος μου αισθησιακός μοναχός σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου οι συναντήσεις τελούνται μόνο με προσωπεία. Ο έρωτας, που είναι ο μόνος ικανός να παραιτήσει ακόμα και τη γραφή, ενώ την ίδια στιγμή, δια της λύπης του διχασμού, με την χαρακτηριστική του αμφιθυμία, οδηγεί κάποιους από μας στην κινδυνώδη δρόμο της ποίησης, που με τη σειρά της τον υπονομεύει.
Με τα απλά λόγια μιας πολύ πεζής προσγείωσης στην τατιανική πραγματικότητα: Απαιτείς όλο το χρόνο του αγαπημένου σου. Εκείνος δεν γράφει. Δεν ζωγραφίζει. Δεν συνθέτει. Γιατί όλος ο χρόνος του είναι δικός σου. Και όλος ο χρόνος της ποίησης, της ζωγραφικής, της μουσικής είναι επίσης δικός σου. Έτσι ηνιοχεύεις.
Όταν ο αγαπημένος σου αρχίζει να γράφει για το πώς ηνιοχεύεις, σου κλέβει έρωτα. Κλέβει το χρόνο του έρωτά σας και τον παραχωρεί στη γραφή. Εσύ θυμώνεις. Και έχεις δίκηο. Γιατί στην πραγματικότητα έχεις παύσει να υπάρχεις. Η ύπαρξή σου οφείλει να ακυρώσει ο,τιδήποτε άλλο, ο,τιδήποτε αλλότριο. Δεν εξιδανικεύεται ο έρωτας. Το θελξίπικρο είναι παρεπόμενο.

Ίσως η λύση της λύπης να βρίσκεται στην μεταβατικότητα του έρωτα.
Έλεγα αστειευόμενος στη Νανά πώς είχα, δια της μεταβατικής ιδιότητος, συνευρεθεί με τον Montgomery Cliff. Αυτός είχε συνευρεθεί με το φίλο μου το Donald, ο Donald με τον Jeremy και ο Jeremy με μένα. “Είσαι τελείως τρελός,” μου είπε η Νανά, και, πιστέψτε με, το να σου πει η Νανά ότι είσαι τρελός σημαίνει ότι θα έπρεπε να έχεις υποστεί εκτεταμένη ηλεκτροσπασμοθεραπεία, αλλά ως εκ θαύματος διέφυγες. “Το σημαντικό,όμως, είναι ότι με την ίδια λογική,” πρόσθεσε, “καθώς ο Montgomery υπήρξε εραστής του James Dean, σαφώς υπήρξες και εραστής του James Dean.”
Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε ο Γιάννης, εραστής μου τον καιρό εκείνο, για να με πάρει να πάμε για ποτό. Συχνά συνέβαινε αυτό. Καθώς η Νανά και εγώ συναντιόμασταν συνήθως νωρίς το απόγευμα για τσάι, ο Γιάννης εμφανιζόταν κατά τις οκτώ ή εννιά για να με πάρει να βγούμε έξω, έλεγε ένα “γεια” στη Νανά και φεύγαμε. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η Νανά είχε πολλά να πει για τη μεταβατικότητα του έρωτα, υποστηρίζοντας βέβαια ότι ισχύει και για την γραφή, και δεν ήθελε καθόλου να διακόψει και να χάσει τον πολυδαίδαλο ειρμό της.
“Μα ας περιμένει λίγο έξω, τέλος πάντων, το ζήτημα της μεταβατικότητας του έρωτα προς τη γραφή είναι εύκολο να διαφύγει, πρέπει να το συλλάβουμε…”
“Ξέρεις, Νανά, ο Γιάννης ανυπομονεί να πάμε σε ένα πάρτυ.”
“Εννοείς ότι είναι ο εραστής σου; Εγώ ήμουν βέβαιη τόσον καιρό ότι πρόκειται για το σωφέρ σου.”

Το γεγονός ότι η Νανά ήταν επίσης σίγουρη ότι εραστής μου ήταν ο Άγγελος απλώς περιπλέκει τα πράγματα. Βαθύτατα ρομαντική μέσα στον αριστοκρατικό σαρκασμό της, η Νανά πίστευε πράγματι πως η σύμπτωση είναι δυνατή. Πως μπορείς να αγαπάς το ποίημα και να συνουσιάζεσαι με τον ποιητή. Ο δικός της αγαπημένος, που είχε κάποτε φανεί ότι είχε υποκύψει στην τακτική του πάθους της, όχι απλώς ήταν ο ίδιος ο λατρεμένος ποιητής, αλλά και η ερωτική σχέση της ζωής του, ο γάμος, ανήκε στην ποιήτρια των θεατρικών ανατροπών.
Αναμφίβολα, αυτά τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής, τα οποία εξάλλου αποτυπώνονται με ιδιαίτερα οδυνηρό και ελάχιστα συγκαλυμμένο τρόπο τόσο στο ημερολόγιο όσο και στα μυθιστορήματά της, επηρέασαν την αντίληψή της για τον έρωτα και την τέχνη με τρόπο πολύ πιο βιομματικό παρά τα διαβάσματά της. Ενώ λοιπόν στα θεωρητικά της γραπτά επέμενε ότι η ζωή αντιστρατεύεται την τέχνη, ζούσε τη ζωή της με το όνειρο της ταύτισης των δύο στο πρόσωπο του διαφυγόντος εραστή της.
Σε τέτοιο βαθμό, ώστε της ήταν αδύνατο να πιστέψει πως μπορεί ο εραστής του ποιητή να μην είναι επίσης ποιητής. Οι εραστές του Άγγελου δεν θα μπορούσαν, στο σύμπαν της Νανάς, να είναι οι άθλιοι τύποι οι οποίοι ήσαν, ούτε ο εραστής ο δικός μου να μοιάζει με σωφέρ!
“Και ο Καβάφης;” της είπα μια μέρα. “Πιστεύεις ότι θα μπορούσε οι εραστές του να είναι τίποτα γλυκεροί ποιητές;”
“Υπερεκτιμημένος,” μου απάντησε με βεβαιότητα. “Άλλωστε, έγραψε ελάχιστα.”
Και αυτή η συζήτηση, όμως, διακόπηκε απότομα, όχι από το Γιάννη, με τον οποίο είχα χωρίσει επειδή πίστεψε πως διέδιδα ότι ήταν ο σωφέρ μου, αλλά από τον Φρειδερίκο, ο οποίος τον είχε πρόσκαιρα αντικαταστήσει.

Ο Φρειδερίκος είχε, σε διάστημα λίγων ημερών, υιοθετήσει τους τρόπους του καταραμένου ποιητή, σε μία προσπάθεια να ηνιοχευθεί πλήρως από τον υπογραφόμενο. Παρ’ όλα αυτά, η Νανά δεν τον συμπάθησε ποτέ, βέβαιη ότι ήταν αντίζηλος του Άγγελου, τον οποίο αγαπούσε πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο νεαρό συνομιλητή της.
“Ξέρω ότι ο νεαρός δεν είναι σωφέρ σου,” μου είπε, “πάντα το ήξερα. Δεν παύει όμως να είναι Ersatz!”
Ευτυχώς ο Φρειδερίκος, εις επήκοον του οποίου γινόταν πλέον η συζήτηση, δεν ήξερε τί είναι Ersatz.
“Μα τί νομίζεις; Ότι θα μπορούσαμε ο Άγγελος και εγώ να κάνουμε έρωτα και αντί τσιγάρου μετά το σεξ να γράφουμε συνεργατικά και κανένα ποίημα;”
“Μη γίνεσαι χυδαίος. Το μόνο που λέω είναι ότι ο Άγγελος θα μπορούσε να γίνει το μυθιστόρημά σου, ακόμη και αν είναι δεδομένο ότι εσύ δεν θα ήσουν ποτέ το ποίημά του.”
Αγνόησα επιδεικτικά την προσβολή και έφυγα αγκαλιά με το Φρειδερίκο.

Παρ’ όλη μου τη θεατρική αντίδραση, το μυθιστόρημα ήρθε θανόντος του Αγγέλου, αν και είναι καταδικασμένο να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Αν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για πλοκή, πρόκειται για τα ποιήματα που έκλεψε ο εραστής, το μυθιστόρημα που γράφτηκε στα κρυφά, το θάνατο του ερωμένου πριν την αποκάλυψη του μυθιστορήματος, και την τελική ταύτιση του εραστή με τον νεκρό ερωμένο.
Αλλά δεν φέρνει ο θάνατος την ταύτιση. Η ταύτιση έρχεται με τη βεβαιότητα της λύπης, με τη σιγουριά του διχασμού. Και αυτό προϋποθέτει την ερωτική φωτογράφιση του μελλοντικού προσώπου.

















