μόνον διά τῆς λύπης εἶμαι εἰσέτι ποιητής

Μερικές φορές νιώθω τόσο έντονη την επιθυμία να ταυτιστώ με κάποιον προσωπικά άγνωστο, συχνά πεθαμένο, του οποίου τα κείμενα διαβάζω, ώστε πονάω. Με πονεί η ψυχή μου που η ζωή κλέβει τόσο ασύστολα τα αισθήματα και τα συναισθήματα, τις εμπειρίες και τις συγκινήσεις, που θα έπρεπε να ανήκουν στη γραφή. Με πονεί το μυαλό μου που δεν μπορεί να ταυτιστεί το πρόσωπό μου με τη γραφή και η ζωή μου με τη φαντασιακή ζωή του γράφοντος.

Νεότερος, με την ψευδαίσθηση ότι είναι δυνατή η σύμπτωση του ερωμένου και του αναγνώστη, είχα γίνει ο εφιάλτης των αγαπημένων μου συγγραφέων. Τους καταδίωκα σε παρουσιάσεις βιβλίων, σε δημόσιες αναγνώσεις, έξω από γραφεία εκδοτικών οίκων. Σε μία δημόσια ανάγνωση του πιο λατρευτού μου συγγραφέα, περίμενα να φύγουν όλοι και μετά τον πλησίασα και του είπα πως τον αγαπούσα.

“Και τί θέλετε;” μου είπε με αλαζονική αναλγησία. Ψεύσθηκα ότι ήθελα να μου υπογράψει το τελευταίο του βιβλίο. Ενώ στην πραγματικότητα, ήθελα να είμαι αυτός.

Τώρα κινδυνεύω να γίνω ο εφιάλτης των ιστολόγων. Και αυτοί, σαν να το ξέρουν, δεν με αφήνουν να μιλήσω ακριβώς τη στιγμή που θέλω τόσο πολύ να τους δώσω ένα φιλί. Έγραψε πριν λίγες μέρες η σιωπηλά αγαπημένη μου de(e)lumina ένα κείμενο συγκλονιστικό, με τίτλο i just want to feel, απαγορεύοντας τα σχόλια, τη στιγμή ακριβώς που ήθελα να της πω “εδώ είμαι, πεσμένος δίπλα σου.”

Διαβάζοντας πάντα αυτό που θέλω να διαβάσω, βλέπω την de(e)lumina να μιλά για τη σαγήνη της αβεβαιότητας και του παραδομού, τη γοητεία της δεδομένης ήττας του έρωτα. Το παιχνίδι της χωρίς παιχνίδια συνάντησης πρόσωπο με πρόσωπο, κατά την οποία ο άλλος φορά ένα πρόσωπο που νομίζει ότι θα τον προστατέψει και εσύ δεν φοράς κανένα πρόσωπο, αν και ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα σου επιτεθεί, θα σου ρίξει βιτριόλι, και θα είσαι απροστάτευτος. Θα πέσεις κάτω, θα δείξεις το πρόσωπό σου χωρίς δέρμα, θα αποκαλυφθείς ολοκληρωτικά. Ενώ από πριν ήξερες πως δεν πρόκειται να σου τη χαρίσει, πως δεν πρόκειται με ανωτερότητα να αρνηθεί να εκμεταλλευθεί την αδυναμία σου.

Ο έρωτας είναι πάντα μονομερής. Αν ο ένας δεν ηνιοχεύσει την ψυχή του άλλου, που λέει και ο Ανακρέων, έρωτας δεν γίνεται. Και όταν ακόμη ο ηνίοχος δεν γνωρίζει, και συνήθως δεν γνωρίζει, ότι της ψυχής του άλλου ηνιοχεύει, δεν σημαίνει ότι ηνιοχεύει λιγότερο. Ούτε ότι ο άλλος δεν γνωρίζει ότι ηνιοχεύεται. Ούτε ότι δεν έχει επιλέξει, εν πλήρει επιγνώσει, να ηνιοχευθεί. Αλλά αν το έχει επιλέξει, αν έχει επίγνωση της εξουσίας του ηνιόχου, ενώ ο ηνίοχος δεν έχει επίγνωση της δικής του εξουσίας, το ίδιο αυτό το παιχνίδι υπονομεύεται. Το γλυκύπικρον όρπετον δεν ξέρεις πια ποια αφετηρία έχει και ποια κατάληξη. Πού ενσωματώνεται την κάθε στιγμή το θείο φίδι.

‘Οχι μόνο γλυκύπικρος, αλλά και θελξίπικρος ο έρωτας, μας θυμίζει ο πολυαγαπημένος μου αισθησιακός μοναχός σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου οι συναντήσεις τελούνται μόνο με προσωπεία. Ο έρωτας, που είναι ο μόνος ικανός να παραιτήσει ακόμα και τη γραφή, ενώ την ίδια στιγμή, δια της λύπης του διχασμού, με την χαρακτηριστική του αμφιθυμία, οδηγεί κάποιους από μας στην κινδυνώδη δρόμο της ποίησης, που με τη σειρά της τον υπονομεύει.

Με τα απλά λόγια μιας πολύ πεζής προσγείωσης στην τατιανική πραγματικότητα: Απαιτείς όλο το χρόνο του αγαπημένου σου. Εκείνος δεν γράφει. Δεν ζωγραφίζει. Δεν συνθέτει. Γιατί όλος ο χρόνος του είναι δικός σου. Και όλος ο χρόνος της ποίησης, της ζωγραφικής, της μουσικής είναι επίσης δικός σου. Έτσι ηνιοχεύεις.

Όταν ο αγαπημένος σου αρχίζει να γράφει για το πώς ηνιοχεύεις, σου κλέβει έρωτα. Κλέβει το χρόνο του έρωτά σας και τον παραχωρεί στη γραφή. Εσύ θυμώνεις. Και έχεις δίκηο. Γιατί στην πραγματικότητα έχεις παύσει να υπάρχεις. Η ύπαρξή σου οφείλει να ακυρώσει ο,τιδήποτε άλλο, ο,τιδήποτε αλλότριο. Δεν εξιδανικεύεται ο έρωτας. Το θελξίπικρο είναι παρεπόμενο.

Ίσως η λύση της λύπης να βρίσκεται στην μεταβατικότητα του έρωτα.

Έλεγα αστειευόμενος στη Νανά πώς είχα, δια της μεταβατικής ιδιότητος, συνευρεθεί με τον Montgomery Cliff. Αυτός είχε συνευρεθεί με το φίλο μου το Donald, ο Donald με τον Jeremy και ο Jeremy με μένα. “Είσαι τελείως τρελός,” μου είπε η Νανά, και, πιστέψτε με, το να σου πει η Νανά ότι είσαι τρελός σημαίνει ότι θα έπρεπε να έχεις υποστεί εκτεταμένη ηλεκτροσπασμοθεραπεία, αλλά ως εκ θαύματος διέφυγες. “Το σημαντικό,όμως, είναι ότι με την ίδια λογική,” πρόσθεσε, “καθώς ο Montgomery υπήρξε εραστής του James Dean, σαφώς υπήρξες και εραστής του James Dean.”

Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε ο Γιάννης, εραστής μου τον καιρό εκείνο, για να με πάρει να πάμε για ποτό. Συχνά συνέβαινε αυτό. Καθώς η Νανά και εγώ συναντιόμασταν συνήθως νωρίς το απόγευμα για τσάι, ο Γιάννης εμφανιζόταν κατά τις οκτώ ή εννιά για να με πάρει να βγούμε έξω, έλεγε ένα “γεια” στη Νανά και φεύγαμε. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η Νανά είχε πολλά να πει για τη μεταβατικότητα του έρωτα, υποστηρίζοντας βέβαια ότι ισχύει και για την γραφή, και δεν ήθελε καθόλου να διακόψει και να χάσει τον πολυδαίδαλο ειρμό της.

“Μα ας περιμένει λίγο έξω, τέλος πάντων, το ζήτημα της μεταβατικότητας του έρωτα προς τη γραφή είναι εύκολο να διαφύγει, πρέπει να το συλλάβουμε…”

“Ξέρεις, Νανά, ο Γιάννης ανυπομονεί να πάμε σε ένα πάρτυ.”

“Εννοείς ότι είναι ο εραστής σου; Εγώ ήμουν βέβαιη τόσον καιρό ότι πρόκειται για το σωφέρ σου.”

Το γεγονός ότι η Νανά ήταν επίσης σίγουρη ότι εραστής μου ήταν ο Άγγελος απλώς περιπλέκει τα πράγματα. Βαθύτατα ρομαντική μέσα στον αριστοκρατικό σαρκασμό της, η Νανά πίστευε πράγματι πως η σύμπτωση είναι δυνατή. Πως μπορείς να αγαπάς το ποίημα και να συνουσιάζεσαι με τον ποιητή. Ο δικός της αγαπημένος, που είχε κάποτε φανεί ότι είχε υποκύψει στην τακτική του πάθους της, όχι απλώς ήταν ο ίδιος ο λατρεμένος ποιητής, αλλά και η ερωτική σχέση της ζωής του, ο γάμος, ανήκε στην ποιήτρια των θεατρικών ανατροπών.

Αναμφίβολα, αυτά τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής, τα οποία εξάλλου αποτυπώνονται με ιδιαίτερα οδυνηρό και ελάχιστα συγκαλυμμένο τρόπο τόσο στο ημερολόγιο όσο και στα μυθιστορήματά της, επηρέασαν την αντίληψή της για τον έρωτα και την τέχνη με τρόπο πολύ πιο βιομματικό παρά τα διαβάσματά της. Ενώ λοιπόν στα θεωρητικά της γραπτά επέμενε ότι η ζωή αντιστρατεύεται την τέχνη, ζούσε τη ζωή της με το όνειρο της ταύτισης των δύο στο πρόσωπο του διαφυγόντος εραστή της.

Σε τέτοιο βαθμό, ώστε της ήταν αδύνατο να πιστέψει πως μπορεί ο εραστής του ποιητή να μην είναι επίσης ποιητής. Οι εραστές του Άγγελου δεν θα μπορούσαν, στο σύμπαν της Νανάς, να είναι οι άθλιοι τύποι οι οποίοι ήσαν, ούτε ο εραστής ο δικός μου να μοιάζει με σωφέρ!

“Και ο Καβάφης;” της είπα μια μέρα. “Πιστεύεις ότι θα μπορούσε οι εραστές του να είναι τίποτα γλυκεροί ποιητές;”

“Υπερεκτιμημένος,” μου απάντησε με βεβαιότητα. “Άλλωστε, έγραψε ελάχιστα.”

Και αυτή η συζήτηση, όμως, διακόπηκε απότομα, όχι από το Γιάννη, με τον οποίο είχα χωρίσει επειδή πίστεψε πως διέδιδα ότι ήταν ο σωφέρ μου, αλλά από τον Φρειδερίκο, ο οποίος τον είχε πρόσκαιρα αντικαταστήσει.

Ο Φρειδερίκος είχε, σε διάστημα λίγων ημερών, υιοθετήσει τους τρόπους του καταραμένου ποιητή, σε μία προσπάθεια να ηνιοχευθεί πλήρως από τον υπογραφόμενο. Παρ’ όλα αυτά, η Νανά δεν τον συμπάθησε ποτέ, βέβαιη ότι ήταν αντίζηλος του Άγγελου, τον οποίο αγαπούσε πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο νεαρό συνομιλητή της.

“Ξέρω ότι ο νεαρός δεν είναι σωφέρ σου,” μου είπε, “πάντα το ήξερα. Δεν παύει όμως να είναι Ersatz!”

Ευτυχώς ο Φρειδερίκος, εις επήκοον του οποίου γινόταν πλέον η συζήτηση, δεν ήξερε τί είναι Ersatz.

“Μα τί νομίζεις; Ότι θα μπορούσαμε ο Άγγελος και εγώ να κάνουμε έρωτα και αντί τσιγάρου μετά το σεξ να γράφουμε συνεργατικά και κανένα ποίημα;”

“Μη γίνεσαι χυδαίος. Το μόνο που λέω είναι ότι ο Άγγελος θα μπορούσε να γίνει το μυθιστόρημά σου, ακόμη και αν είναι δεδομένο ότι εσύ δεν θα ήσουν ποτέ το ποίημά του.”

Αγνόησα επιδεικτικά την προσβολή και έφυγα αγκαλιά με το Φρειδερίκο.

Παρ’ όλη μου τη θεατρική αντίδραση, το μυθιστόρημα ήρθε θανόντος του Αγγέλου, αν και είναι καταδικασμένο να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Αν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για πλοκή, πρόκειται για τα ποιήματα που έκλεψε ο εραστής, το μυθιστόρημα που γράφτηκε στα κρυφά, το θάνατο του ερωμένου πριν την αποκάλυψη του μυθιστορήματος, και την τελική ταύτιση του εραστή με τον νεκρό ερωμένο.

Αλλά δεν φέρνει ο θάνατος την ταύτιση. Η ταύτιση έρχεται με τη βεβαιότητα της λύπης, με τη σιγουριά του διχασμού. Και αυτό προϋποθέτει την ερωτική φωτογράφιση του μελλοντικού προσώπου.

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 1 σχόλιο »

῏Ερος δηὖτέ μ’ ὀ λυσιμέλης δόνει γλυκύπικρον ἀμάχανον ὄρπετον

Ετυμολογικά, ένα ιστολόγιο θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει, κατά κύριο λόγο, καταγραφές προσωπικών ημερολογίων του ιστολόγου. Ο ιστολόγος θα έπρεπε να μας διηγείται την καθημερινότητά του, να παραθέτει φωτογραφικό υλικό που να πιστοποιεί τα συμβάντα που διηγείται, και να εμβαθύνει, κοινοποιώντας τα εσώψυχά του, καλιαρντεύοντας φίλους και γνωστούς, αποκαλύπτοντας τα πιο προσωπικά του συναισθήματα και απευθύνοντας ύμνους λατρείας προς τους αγαπημένους του.

Σήμερα, λοιπόν, θα μου επιτρέψετε, αδερφοί αναγνώστες, όμοιοι και ανόμοιοί μου, να υποκύψω και εγώ στον πειρασμό να προσεγγίσω ένα πολύ προσωπικό θέμα. Βεβαίως, δεν περιμένετε ότι εγώ, είτε ως Σταύρος, είτε ως George Le Nonce, θα καταφέρω, ακόμη και αν το ήθελα, να μιλήσω με τρόπο εντελώς άμεσο. Και η αλήθεια είναι ότι πραγματικά θα έπρεπε να μιλήσω αυτή τη φορά, μετά μάλιστα και από τόση εισαγωγή, κατευθείαν για το θέμα. Και, κατά κάποιον τρόπο, με τον τίτλο που έδωσα, και τις φωτογραφίες που διάλεξα, μιλώ ήδη για το θέμα: το Γ.

Αλλά κάθε φορά που θέλω να μιλήσω για την αγάπη μου κρύβομαι πίσω από τα λόγια των ποιητών που έχω λατρέψει (ή ίσως αποκαλύπτομαι και περισσότερο, πάντως η πρόθεση είναι συνήθως να εξιδανικεύσω και επομένως να συγκαλύψω). Και τα λόγια της Σαπφούς στον τίτλο συγκεντρώνουν όλα τα στοιχεία που θέλω: την ερπετώδη φύση του έρωτα, την ξεχωριστή γεύση του, τις παραλυτικές του συνέπειες, τη σωματική του δόνηση, την αήττητη πορεία του ώς τα σπλάχνα του θύματός του.

Ας δηλώσω, λοιπόν, απερίφραστα, πως είμαι ερωτευμένος. Με τον Γ., φυσικά.

Με έναν έρωτα που έρποντας με κατέκλυσε μέσα σε μία νύχτα, πριν πολλά χρόνια, και επειδή με κατέκλυσε τόσο πολύ μπόρεσε να κατακλύσει και το Γ.

Που δεν μπόρεσε και δεν θα μπορέσει να νικηθεί, παρά τις πολλές απειλές που έχει δεχθεί όλα αυτά τα χρόνια.

Έρως λυσιμελής, την ώρα που ο Γ. κοιμάται και ξυπνώ, νωρίς το πρωί, και αναπνέει ανεπαίσθητα πλάι μου, και τον αγκαλιάζω, και αισθάνομαι τη θερμότητα του σώματός του, και αισθάνεται, μέσα στον ύπνο, ότι τον έχω αγκαλιάσει, και λύνει τα σφιγμένα χέρια, απλώνεται και χύνεται στην αγκαλιά μου ολόκληρος, με το λευκό λαιμό του στα χείλη μου.

Έρως αμάχανος, την ώρα που του γυρίζω την πλάτη οργισμένος και εκείνος σιγά σιγά προσεγγίζει, αγγίζει την πλάτη μου και εγώ τον διώχνω, και αυτός επιμένει, και τον διώχνω πάλι, και αυτός επιμένει, και μετά δεν επιμένει πια, και είμαστε στις δυό άκρες του κρεβατιού, και μετρώ από μέσα μου και λέω θα μετρήσω ώς το εκατό και ώς τότε θα με έχει ξαναπλησιάσει, και δεν με έχει πλησιάσει, και εγώ αρχίζω, όρπετον, να κυλιέμαι ανεπαίσθητα προς την πλευρά του, και εκείνος αρχίζει επίσης ανεπαίσθητα να έρπει προς την πλευρά μου, και μετά ώρα αγγίζονται τα σώματά μας, και πάλι ακολουθεί το χαμόγελο, η αγκαλιά, το φιλί, η έκρηξη του πόθου.

Έρως γλυκύπικρος, την ώρα που εμφανίζεται στα μπαρ ο Π. από το παρελθόν, την ώρα που εμφανίζεται στην τηλεόραση ο Σ. από το παρελθόν, και εξακοντίζουμε βέλη φαρμακερά ο ένας στον Π. ο άλλος στον Σ., που και αν είναι παρελθόντες, παραμένουν ζωντανοί, και ενώ έχουν πεθάνει, είναι γλυκό η διηνεκής θανάτωσή τους να επιβεβαιώνει καθημερινά την επιθυμία της απόλυτης κτήσης.

Έρως λυσιμελής, την ώρα που του είμαι θυμωμένος, και ξέρει ότι του είμαι θυμωμένος, και τον διώχνω, και δείχνει τόσο απροστάτευτος καθώς με κοιτάζει με το βλέμμα του παιδιού που έφαγε κρυφά όλο το γλυκό του κουταλιού, και κάποια στιγμή σπάει αναγκαστικά η ρυτίδα από το μέτωπό μου, και, πριν προφτάσω να χαμογελάσω, έχει ήδη έρθει στην αγκαλιά μου.

Έρως αμάχανος, την ώρα της δουλειάς που δεν μπορεί να γίνει, του κειμένου που δεν μπορεί να γραφτεί, του επαγγελματικού ταξιδιού που διαρκώς αναβάλλεται, της συνάντησης παλαιών φίλων που ακυρώνεται, για το φόβο της απουσίας, που όσο παροδική, όσο σύντομη και αν είναι, εξακολουθεί να είναι δυσβάστακτη.

Έρως γλυκύπικρος, τη μαγική ώρα των σωμάτων, του θείου πόνου, της μάταιης γεύσης του σπέρματος, της κτητικής διείσδυσης, της παραδομένης ηδονής, της αντίστροφης ωδίνης.

Όρπετον: ο Γ., μέσα σε όλα, πάνω από όλα, με καθορίζει.

Αναρτήθηκε στις ενδοπροσωπικά. 6 σχόλια »

séance

Είναι αξιοπερίεργο, αλλά ακόμη και ορθολογιστές διανοούμενοι, και ποιητές από τους πιο αγαπημένους μου, έχουν κάποτε υποκύψει στη γοητεία του ouija – της επίκλησης αυτής των νεκρών με τη βοήθεια ενός πίνακα όπου κινείται το κατακτημένο από το πνεύμα ποτηράκι δείχνοντας γράμματα που σχηματίζουν τους χρησμούς και τις απαντήσεις στα ερωτήματα των παρευρισκομένων.

Φυσικά, οι συγκεντρώσεις ouija γίνονται συνήθως με παιγνιώδη διάθεση, κάπως σαν επιστέγασμα μιας φιλολογικής βραδιάς με αναγνώσεις ποιημάτων, καταδικασμένες συζητήσεις περί του χορού των σημαινόντων, ανταλλαγές ψυχαναλυτικών εμπειριών, συγκρίσεις μεταβιβάσεων και αντιμεταβιβάσεων, και, κυρίως, μεγάλων ποσοτήτων οινοπνεύματος. Κατά σατανική σύμπτωση, ωστόσο, πάντα υπάρχει ένας πίνακας ouija στα σπίτια των ορθολογιστών διανοουμένων όπου εκτυλίσσονται αυτές οι βραδιές και πάντα αντιμετωπίζεται με ενθουσιασμό η πρόταση της ανάσυρσης και χρήσης του πίνακα από τους καλεσμένους. Ενδιαφέρον είναι, επίσης, ότι πάντα τη διαδικασία της επίκλησης συνοδεύει μία μικρή δόση φόβου, που κάποτε διαπερνά ακόμη και τους πιο δύσπιστους από τους παρευρισκόμενους.

Ο Eliot, η Plath, η Anne Sexton, η Laurie Anderson, η Νανά Ησαΐα, η Stevie Smith, αλλά και ο μεγάλος έρωτας της Νανάς, όλοι υπέκυψαν κάποια στιγμή στη μαγεία του ouija. Έχω την εντύπωση πως δεν θα υπέκυπταν με την ίδια ευκολία σε κανενός άλλου είδους επίκληση πνευμάτων ή πνευματιστική συγκέντρωση. Η σαγήνη του ouija είναι οι λέξεις και τα γράμματα, είναι η αίσθηση πως ο πεθαμένος συγγράφει, συλλαβίζει τους στίχους του ενώπιόν σου, και βλέπεις τις λέξεις να σχηματίζονται μπροστά στα μάτια σου ενώ συγχρόνως διαισθάνεσαι το βάρος και το άχθος της ωδίνης. Δεν είναι τυχαίο που και ο Ερανιστής, του οποίου το σιδερένιο κιβώτιο κρύβει μόνο έναν πίνακα ouija, ομολόγησε ότι κατέφυγε στο ouija (αν και, εξ όσων γνωρίζω, δεν ήταν η πρώτη φορά), ούτε βεβαίως είναι τυχαίο ότι το πνεύμα το οποίο κάλεσε ήταν αυτό της μακαριστής Νανάς.

Θυμάμαι, την πρώτη φορά που ανακατεύτηκα με το ouija, ήμουν έφηβος. Όπως οι περισσότεροι έφηβοι, διετέλεσα ιδιαίτερα αλαφροΐσκιωτος. Στο σπίτι μιας φίλης καθήσαμε, τρεις τέσσερεις από μας, ένα απόγευμα και φτιάξαμε, χρησιμοποιώντας ένα κομμάτι χαρτόνι του μικρού αδελφού της, έναν πίνακα ouija. Όταν τον τελειώσαμε, ανοίξαμε τα ντουλάπια της μαμάς της φίλης μας ψάχνοντας για το κατάλληλο ποτηράκι. Δεν είχαμε, βέβαια, ιδέα, τί είδους ποτηράκι θα ήταν το καλύτερο, αλλά για λόγους μαγικότητας επιλέξαμε ένα περίτεχνο κολωνάτο ποτήρι του λικέρ από κρύσταλλο Βοημίας. Έπειτα αρχίσαμε να διαπραγματευόμαστε το ακανθώδες ζήτημα του πνεύματος που θα καλούσαμε. Ο καθένας μας ήθελε να κληθεί το δικό του πνεύμα: εγώ του πατέρα μου, η οικοδέσποινα του παππού της, ο φίλος μου ο Σπύρος της θείας του, και ούτω καθεξής.

Οι διαπραγματεύσεις πήραν αρκετή ώρα και δεν φαίνονταν να καταλήγουν πουθενά μέχρι που η Μαρία, που υποτίθεται ότι ήταν η ειδική επί των αποκρυφιστικών θεμάτων, θυμήθηκε, πολύ βολικά, ότι το άτομο του οποίου το πνεύμα εκαλείτο θα έπρεπε να έχει πεθάνει σε μεγάλη ηλικία από φυσικό θάνατο. Έτσι, δεν είχαμε άλλη επιλογή από το πνεύμα της γιαγιάς της. Καθήσαμε στο τραπέζι, ανάψαμε και ένα κερί για ατμόσφαιρα, βγάλαμε το σεμέν της μαμάς της Φοίβης από το τραπέζι, βάλαμε τον πίνακα ouija, βάλαμε και το ποτηράκι, βάλαμε ο καθένας από ένα δάκτυλο στο ποτηράκι και ξεκινήσαμε.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του ouija είναι ότι ποτέ δεν σε απογοητεύει. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, πάντα κάποιο πνεύμα έρχεται, πάντα κάτι γράφει, και όλοι χαίρονται. Σε αυτή την πρώτη μου, ερασιτεχνική séance, λοιπόν, πράγματι ήρθε το πνεύμα της γιαγιάς της Μαρίας, και απάντησε σε όλες μας τις ερωτήσεις με ευγλωττία και εγκυρότητα. Μας είπε αν ο Μάνος γούσταρε τη Φοίβη, τί βαθμούς θα πάρουμε, τέτοια.

Έκτοτε, κάναμε συχνά ouija, κυρίως παραμονές σχολικών διαγωνισμάτων.

Όταν ήμουν στην πρώτη πανεπιστημίου, γνώρισα τη Νανά Ησαΐα στο σπίτι μιας άλλης ποιήτριας, η οποία ήταν αδελφική μου φίλη. Γνώριζα και εκτιμούσα την ποίηση της Νανάς, κυρίως όμως μου άρεσε το γεγονός ότι σε όλες της τις συνεντεύξεις και στα οπισθόφυλλα των βιβλίων της ανακοίνωνε σταθερά ότι ετοίμαζε βιβλίο δοκιμίων με κεντρικό δοκίμιο το μεγάλο αδημοσίευτο δοκίμιό της “Τέχνη και Στρουκτουραλισμός”. Η αδελφική μου φίλη, κάποια στιγμή που είχαμε αφήσει τη Νανά στο σαλόνι και φτιάχναμε ποτά στην κουζίνα, με προειδοποίησε ότι η Νανά ήταν κάπως αλαφροΐσκιωτη, αλλά δεν έδωσα καμιά σημασία.

Η Νανά τότε είχε αρχίσει να σκέφτεται αν θα έπρεπε να εκδώσει τα ημερολόγιά της (τελικά δημοσίευσε έναν τόμο) και μας επεσήμανε ότι ο Σεφέρης και η ίδια ήσαν οι μόνοι ποιητές που διατηρούσαν ημερολόγιο. Φυσικά συμφωνήσαμε και οι δύο ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να εκδώσει τα ημερολόγιά της και, έχοντας λύσει αυτό το θέμα, τηλεφωνήσαμε στον Άμβροτο, ο οποίος έμενε στη διπλανή πολυκατοικία, να έρθει για μια παρτίδα bridge.

Την άλλη μέρα μου τηλεφώνησε η Νανά. Θα μπορούσα να πάω στο σπίτι της το βραδάκι μαζί με τον Άμβροτο για μια séance? Είχε διακρίνει, είπε, ότι είχαμε ιδιαίτερη δεκτικότητα σε αυτά τα πράγματα και έπρεπε να πάμε οπωσδήποτε διότι ήθελε να συμβουλευθεί την Plath σχετικά με την έκδοση του μεγάλου συνθετικού ποιήματος “Σύνθετη Θεά” στου οποίου τον τελευταίο στίχο είχε μόλις καταλήξει. Ομολογώ ότι μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα να επικαλεστούμε το πνεύμα της Plath με αρχιμέντιουμ τη Νανά Ησαΐα, και ο Άγγελος, στον οποίο τηλεφώνησα αμέσως μετά, έδειξε τον ίδιο ενθουσιασμό.

Όταν φτάσαμε στης Νανάς, το ouija board ήταν ήδη στημένο. Η Νανά, για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο, μας μιλούσε στα Αγγλικά, και η προφορά της ήταν τουλάχιστον τόσο υπέροχη όσο της Maggie Smith. Το δε ouija board της Νανάς ήταν ξύλινο, με υπέροχα ανάγλυφα γράμματα, και συνοδευόταν όχι από ποτηράκι, αλλά από το ειδικό τριγωνικό εργαλείο που διαθέτουν τα επαγγελματικά ouija.

Η séance άρχισε αμέσως. Ούτε καφέ δεν ήπιαμε. Συνεχίσαμε να μιλάμε στα αγγλικά και στη διάρκεια της séance, ενώ οι ερωτήσεις που κάναμε στην Plath δεν θα πρέπει να έχουν ξαναερωτηθεί σε τέτοιου είδους συνάντηση. Οι περισσότερες αφορούσαν τις συνηχήσεις της σύνθετης θεάς. Η Νανά έλεγε (δεν επρόκειτο περί απαγγελίας) δύο τρεις στίχους της στα Ελληνικά, εξηγούσε στην Plath τι περίπου σήμαιναν οι στίχοι στα αγγλικά, και τη ρωτούσε εάν πίστευε πως η αλληλουχία των φθόγγων απέδιδε ακουστικά αυτό που έπρεπε να αποδίδει. Η Plath απαντούσε με νέες συνηχήσεις και με λέξεις πρωτάκουστες, κάποιες από αυτές δεν τις ήξερε ούτε η Νανά, και μετά από κάθε απάντηση ο Άγγελος ανέτρεχε στο Roget’s Thesaurus που είχαμε εκεί δίπλα, καθώς και στο συνοπτικό δίτομο Oxford English Dictionary της Νανάς για να αποκρυπτογραφήσουμε τί είχε πει η νεκρή ποιήτρια.

Τελικά, η Plath πρότεινε στη Νανά, στην οποία έτρεφε καταφανώς ιδιαίτερη εκτίμηση, να γράφει κατευθείαν στα Αγγλικά, ώστε να διευκολύνεται η ποιητική τους επικοινωνία. Η Νανά την ευχαρίστησε, και μετά μας προσέφερε τσάι με σαντουιτσάκια αγγουριού. Είχαμε μια μακρά συζήτηση επί των προτάσεων της Plath και συμφωνήσαμε όλοι πως θα έπρεπε από κει και πέρα η ποίηση της Νανάς να είναι στα Αγγλικά, αλλά τα μυθιστορήματά της, η ζωγραφική της και τα δοκίμιά της θα συνέχιζαν να είναι στα Ελληνικά.

Από την ημέρα εκείνη κατάλαβα πάρα πολλά για τη δημιουργική γραφή και τη σχέση της με το ouija. Είχα μπροστά μου ολοζώντανη την απάντηση στο ερώτημα (και την απορία) περί της συμπάθειας ποιητών, συγγραφέων και διανοουμένων προς αυτή τη μορφή της πνευματιστικής επίκλησης.

Είναι προφανές πως το ouija δίνει τη δυνατότητα στους μεγάλους ποιητές, φιλοσόφους, συγγραφείς και διανοούμενους όλων των εποχών να εξακολουθούν να γράφουν. Και δίνει επίσης τη δυνατότητα στους επιγόνους τους να επικοινωνούν με τα γραπτά αυτών που θαυμάζουν, τόσο τα γραπτά που γράφτηκαν εν ζωή, όσο και αυτά τα οποία δεν πρόφτασαν να γραφτούν. Χάρη στο ouija συνεχίζεται, ακόμα και σήμερα, το Finnegans Wake!

Αυτό που μένει είναι να εκσυγχρονίσουμε λίγο αυτού του είδους τη séance. Διατηρώντας τη βασική φόρμα και επιμένοντας στο γραπτό λόγο, να αναζητούμε όχι απλώς την άποψη, αλλά και τον ίδιο το λόγο των αγαπημένων μας ποιητών, μέσα από μία διαδικτυακή και ατέρμονη επίκληση. Να δημιουργήσουμε το ouijanet.

Εξάλλου, ήδη, προδρομικά, το ouijanet του φίλου μου του Χρίστου έχει επικαλεστεί, με μεγάλη επιτυχία, το πνεύμα του Turing…

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 10 σχόλια »

cet individu au sex douteux, au langage de cabotin, aux récits blagueurs

Ξύπνησα ξαφνικά τη νύχτα, γύρω στις τέσσερις, από επίμονα, σπαρακτικά νιαουρίσματα του Αλφρέδου. Ανοίγοντας τα μάτια μου, είδα λάμψεις περίλαμπρες έξω από τις γρίλλιες του παραθύρου. Αστραπές. Ένας κεραυνός χτυπούσε το μπαλκόνι μου. Ο Αλφρέδος, έντρομος, χώθηκε κάτω από το μαξιλάρι μου. Συγχρόνως, ιλιγγιώδεις άνεμοι λυσσομανούσαν παντού, σαν να έμενα στον πύργο των καταιγίδων.

Σηκώθηκα πάραυτα. Κλείδωσα όλες τις μπαλκονόπορτες, μην τις ανοίξει ο άνεμος και πάρει τα πάντα. Είπα μετά να καθήσω λίγο στον καναπέ, να πιω ένα ουίσκυ να χαλαρώσω, αλλά δεν υπήρχε καθόλου αλκοόλ στο σπίτι, το είχαμε καταναλώσει σε στιγμές γιορτής και δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα για τις επελάσεις του φόβου και του πένθους.

Πήγα στον υπολογιστή. Είχα e-mails. Επτά διαφημιστικά και ένα από κάποιον σχεδόν άγνωστο. Υπογραφόταν απλώς Φρ. Π. και έγραφε τα εξής:

Λατρεμένε μου Σταύρο,

Σε ευχαριστώ για την πρόσκληση στη συναυλία της Nico. Αν και γνωρίζεις πόσο εκτιμώ το μουσικό σου γούστο (η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ακούσει ποτέ μουσική της καλλιτέχνιδος αυτής), δυστυχώς Τρίτες και Πέμπτες δουλεύω ώς αργά στο μαγαζί και είναι αδύνατο, καθώς ο καταστηματάρχης ήδη ψάχνει αφορμή να με διώξει, να πάρω άδεια να φύγω νωρίτερα.

Δεν θέλω να φανταστείς ότι πρόκειται για απόρριψη. Πραγματικά, τίποτα δεν θα με ευχαριστούσε περισσότερο, τίποτα δεν θα γέμιζε πιο πολύ τη μίζερη ζωή μου, από τη συντροφιά σου σε μία συναυλία (και, να τολμήσω να υποθέσω, τη συντροφιά σου την πιο ιδιαίτερη μετά τη συναυλία;). Αισθάνομαι πάρα πολύ άσχημα που δεν μπορώ να έρθω.

Σκέφτηκα να παραιτηθώ, αλλά τα χρέη μου είναι τόσα, ώστε ακόμη και το πενιχρό μου ημερομίσθιο στο κατάστημα ενδυμάτων μου είναι απαραίτητο. Πες μου, σε παρακαλώ, ότι δεν θα μου θυμώσεις που δεν θα είμαι εκεί. Πες μου ότι θα καταδεχθείς να ξαναζητήσεις τη συντροφιά μου, και εγώ θα έρθω τρέχοντας, αφοσιωμένος σου ακόλουθος.

Θα ανταπέδιδα την πρόσκληση, αλλά τα οικονομικά μου δεν μου επιτρέπουν παρά να σε προσκαλέσω για ένα μακρύ περίπατο στο Λυκαβηττό και ο καιρός δεν είναι κατάλληλος. Να ξέρεις όμως πως παραμένω πάντα πιστός σου φίλος (και ό,τι άλλο θέλεις).

Πίστεψε πως είμαι δικός σου, όποτε με καλέσεις.

Φρ. Π.

Να πω ότι το e-mail αυτό με τρόμαξε, είναι λίγο. Δεν είναι τόσο που λέει ότι τον προσκάλεσα σε συναυλία της Nico που έχει πεθάνει τόσα χρόνια, γιατί την αγάπη μου για τη Nico και τη μουσική της την ξέρουν πολλοί, αφού την έχω αναφέρει και σε προηγούμενα ιστολογήματα. Το θέμα είναι ότι πράγματι γνώριζα, πριν χρόνια, κάποιον Φρ. Π., πράγματι τον είχα καλέσει στη συναυλία της Nico στο Club 22 και δεν είχε έρθει, πράγματι είχα μαζί του κάποια σχέση που θα μπορούσε κανείς να την πει και ερωτική. Αλλά τα ίχνη του Φρ. Π. τα έχω χάσει από χρόνια. Και το e-mail που χρησιμοποίησε για να μου στείλει αυτό το μήνυμα το γνωρίζουν μόνο όσοι επισκέπτονται το ιστολόγιό μου, το έφτιαξα εξάλλου μόλις πριν μία εβδομάδα. Πώς θα μπορούσε λοιπόν να ξέρει ο Φρ. Π. ότι εγώ είμαι ο Le Nonce, και πώς θα μπορούσε, αν δεν επρόκειτο για τον Φρ. Π., αλλά για κάποιον ιστολόγο που μου κάνει πλάκα, να ξέρει ο ιστολόγος, όχι μόνο τον Φρ. Π., αλλά και το αληθινό μου (ναι, θα το ομολογήσω) όνομα; Και, κυρίως, ήταν τυχαίο ότι το μήνυμα εστάλη ακριβώς τη στιγμή που το σπαρακτικό νιαούρισμα του Αλφρέδου και η περίλαμπρη έκλαμψη του κεραυνού με ξύπνησαν εν τω μέσω της νυκτός;

Τον Φρειδερίκο Π. τον γνώρισα στα είκοσί μου σε ένα gay bar, από τα πιο λαϊκά, όπου πήγαινα πού και πού με διάφορους αγάμητους διανοούμενους φίλους για να θαυμάσουμε τα ωραία τσόλια. Ρατσιστές και υπερόπτες, μιλούσαμε στα φτωχά μπρατσωμένα τσόλια με το ύφος τουλάχιστον του Oscar Wilde, ενώ ανταλλάσσαμε μεταξύ μας σχόλια στα αγγλικά και στα γαλλικά, ώστε να μην μας καταλαβαίνουν.

Ο Φρειδερίκος έμοιαζε περισσότερο με έναν από μας παρά με έναν από αυτούς. Μας είχε φανεί παράξενο που ήταν εκεί και δεν ήταν στη συντροφιά μας. Πήγα και του μίλησα, του πρόσφερα ένα ποτό, και έπινε, θυμάμαι, batida de coco. Ήρθε στη συντροφιά μας με πολλή χαρά. Μας συστήθηκε και, βεβαίως, γελάσαμε όλοι με το ασυνήθιστο όνομα, που, όπως μάθαμε εν συνεχεία αποτελούσε προφανή μέχρι αηδίας κολακεία των lumpen προλετάριων γονέων του προς τη βασιλομήτορα Φρειδερίκη. Η μητέρα του ήταν μοδίστρα, ενώ ο πατέρας του δούλευε στις οικοδομές. Παρ’ όλα αυτά ήσαν και οι δύο βασιλόφρονες!

Ο ίδιος ο Φρειδερίκος δούλευε ήδη από το Λύκειο ως βοηθός του πατέρα του, αλλά η ασθενική φύση του δεν του επέτρεψε, προς μεγάλη απογοήτευση του πατέρα του, να συνεχίσει σε μια τόσο βαριά χειρωνακτική εργασία. Έτσι, όταν αποφοίτησε από το Λύκειο, έπιασε δουλειά σε ένα κατάστημα νεωτερισμών στη Νίκαια, όπου και κατοικούσε μαζί με τους γονείς και την κατάκοιτη γιαγιά του.

Η αλήθεια είναι ότι ο Φρειδερίκος ήταν ιδιαίτερα θηλυπρεπής. ‘Οχι τόσο στον τρόπο που ντυνόταν, όσο στη συμπεριφορά και στην ομιλία του. Θυμάμαι μου είχε κάνει εντύπωση όταν μου είπε ότι οι γονείς του δεν είχαν ιδέα ότι ήταν ανώμαλος (αυτή τη λέξη χρησιμοποιούσε), γιατί, σκέφτηκα, ότι ήταν πολύ δύσκολο, όσο ηλίθιος και αν ήταν κανείς, να μη διακρίνει ότι ο Φρειδερίκος δεν ήταν δα και η προσωποποίηση της στρεητοσύνης. Παρ’ όλα αυτά, η εθελοτυφλία των Ελλήνων γονέων είναι παροιμιώδης…

Δεν ήταν, λοιπόν, ο Φρειδερίκος, διόλου, το είδος του αγοριού με το οποίο επιθυμούσα να συνευρίσκομαι. Ήταν, όμως, τόσος ο θαυμασμός του για μένα, τόσο ανυπόκριτη η λατρεία του, τόσο συγκινητική η εμμονή του, που υποχώρησα. Και συναντιόμασταν, δυο τρεις φορές την εβδομάδα, στο ίδιο αυτό λαϊκό μπαρ της οδού Λεμπέση, πίναμε ένα ποτό και κατευθυνόμασταν στο σπίτι μου, όπου συχνά κάναμε έρωτα όλη νύχτα.

Μετά λίγο καιρό, άρχισα να τον ερωτεύομαι. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να του δώσω την ευκαιρία να γίνει αυτός που θα μπορούσα να θαυμάζω. Τον πήγαινα στο θέατρο, στον κινηματογράφο, σε συναυλίες, του χάριζα βιβλία, τον γνώριζα στους πιο κουλτουριάρηδες φίλους μου. Και εκείνος ανταποκρινόταν σε όλα αυτά με ευγνωμοσύνη, αλλά δυστυχώς διατηρούσε πάντα μια στάση φτωχού συγγενούς, την οποία έυκολα διέκριναν οι υπερόπτες φίλοι μου, αν και δεν έλεγαν τίποτα, από σεβασμό για την τρέλα μου.

Όταν ήρθε η Nico για εκείνη τη συναυλία, τον προσκάλεσα. Εκείνος δεν ήρθε και δεν με ειδοποίησε. Βρέθηκα με δύο εισιτήρια στο Club 22, να περιμένω απέξω, μέχρι που εμφανίστηκε, ως δια μαγείας, μία φίλη και μπήκαμε μαζί. Σκαρφαλώσαμε στη σκηνή, φιλήσαμε τη Nico και σκέφτηκα ότι δεν μπορούσα άλλο το Φρειδερίκο, δε μου ταίριαζε, δεν θα έσωζα εγώ την κάθε φτωχή αδερφή, εγώ που θα μπορούσα να τα πίνω με τις θεές…

Από τότε, και για μία περίοδο έξι εφτά μηνών, ο Φρειδερίκος μου άφηνε συνεχώς μηνύματα στον τηλεφωνητή. Μετά τα πέντε δέκα πρώτα μηνύματα, σταμάτησε να ζητά να του τηλεφωνήσω και μου έλεγε απλώς πού θα είναι.

“Ο Φρειδερίκος είμαι. Θα βρίσκομαι στη Λεμπέση από τις έντεκα ώς τη μία. Έλα, αν θέλεις, θα σε περιμένω.”

“Ο Φρειδερίκος είμαι. Θα είμαι στο Καφέ Quartier Latin από τις έξι ώς τις οχτώ, στο υπόγειο. Μόνος. Έλα, αν θέλεις, θα σε περιμένω.”

“Ο Φρειδερίκος είμαι. Θα είμαι στο ξενοδοχείο Όνειρο από τις δύο το βράδυ ώς το πρωί. Έλα, αν θέλεις, θα σε περιμένω.”

Δεν πήγα ποτέ. Τα μηνύματα σταμάτησαν. Μετά ήρθαν άλλοι έρωτες, τον ξέχασα τελείως.

Πριν δυο τρία χρόνια, χρειάστηκα ένα κοστούμι για μια επίσημη εμφάνιση. Δεν φορώ τέτοια ρούχα και δεν είχα ιδέα τί έπρεπε να πάρω. Ευτυχώς, ο αγαπημένος μου ξέρει από αυτά και με πήγε στον Καρούζο. Μας οδήγησαν στο δεύτερο όροφο και εκεί ανέλαβε να μας εξυπηρετήσει ο … κύριος Φρειδερίκος, όπως μας τον σύστησαν. Επρόκειτο, βεβαίως, για τον Φρειδερίκο Π. Τον γνώρισα αμέσως, άλλωστε δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου.

“Κύριε Σταύρο, πόσο καιρό έχουμε να σας δούμε,” μου είπε. “Έχω ακριβώς το κοστούμι που σας ταιριάζει.” Πράγματι, το κοστούμι που έφερε ήταν συγκλονιστικό. Ο Γ. απόρησε, νόμιζε ότι στα κρυφά ψώνιζα κοστούμια από τον Καρούζο σε μία παράλληλη ζωή, αλλά του εξήγησα, αμέσως μετά, ενώ ψωνίζαμε γραβάτες, πώς είχα γνωρίσει το Φρειδερίκο.

Τώρα λοιπόν ο Φρειδερίκος αποκαλύπτεται εξοικειωμένος με το διαδίκτυο και πιθανώς με τα ιστολόγια και μου στέλνει, με καθυστέρηση δεκαετιών, το μήνυμα που θα μπορούσε να έχει παρατείνει τη σχέση μας, την ίδια στιγμή που ο κεραυνός χτυπάει το παράθυρό μου.

Ή κάποιος από τους φίλους ιστολόγους, που ξέρει περισσότερα από όσα νόμιζα, παίζει με τα ευαίσθητα νεύρα μου…

Αναρτήθηκε στις παραληρήματα. 8 σχόλια »

Η συνέντευξη

Όταν επικοινώνησε μαζί μου πριν λίγο καιρό μία γλυκύτατη και ευγενέστατη δημοσιογράφος που ετοίμαζε αφιέρωμα στους bloggers στο περιοδικό Ταχυδρόμος, ήμουν βέβαιος ότι πρόκειται για ένα ακόμη παιχνίδι φαντασμάτων. Εξ όσων γνώριζα, το περιοδικό αυτό είχε αναστείλει την έκδοσή του από χρόνια.

Ζήτησα, παρ΄όλα αυτά, τη συμβουλή του πιο λατρευτού μου blogger με ένα e-mail και ενημερώθηκα ότι στην πραγματικότητα ο Ταχυδρόμος υπήρχε. Έγραψα λοιπόν, μεταξύ άλλων, περίπου τα παρακάτω στη γλυκύτατη δημοσιογράφο:

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί κανείς να αποφύγει την επιθυμία της αναγνώρισης από το δήμο και τους σοφιστές, όσο και αν νομίζει ότι θέλει να είναι μόνος. Η Garbo, ξέρεις, επεδίωκε τις συναντήσεις με τους paparazzi.

Από την άλλη μεριά, η persona του George Le Nonce δεν μπορεί να υπάρξει με τον τρόπο που θέλουν οι εργοδότες σου. Το παιχνίδι του ιστολογίου για μένα στηρίζεται ακριβώς στην αμφιβολία για την πραγματική ύπαρξη του ιστολόγου.

Βεβαίως θα μπορούσε να γίνει και η έντυπη ομιλία ένα είδος παιχνιδιού, αλλά τότε η φωτογραφία θα έπρεπε να είναι απολύτως κρυπτική και η δημοσιογράφος να μην μπορεί ή να μην θέλει εντελώς καθόλου να ισχυρισθεί ότι συνάντησε τον ιστολόγο.

Με λίγα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι τόσο η φωτογραφία, καθώς αυτή μπορεί εύκολα φαντάζομαι να αποκρύπτει και να σημαίνει αντί να δηλώνει. Το ζητούμενο είναι να μην υπάρξει καμία συνάντηση μεταξύ μας. Με αυτήν την προϋπόθεση μπορείς να με συμπεριλάβεις. Και θα το ήθελα βεβαίως.

Θα μπορούσες επίσης να σκηνοθετήσεις μια συνάντηση, να την εκτελέσεις στο νου σου και να την καταγράψεις. Μετά χαράς θα επιβεβαίωνα μέσω του ιστολογίου μου ότι συνέβη η συνάντηση και ότι πράγματι ειπώθηκαν όσα θα φανταστείς. Και αυτό θα μου άρεσε.

Στο σημείο αυτό η δημοσιογράφος επικοινώνησε με φίλο της blogger (εξ αυτών που κατατάσσω στους ιδανικούς αναγνώστες), ο οποίος θα μπορούσε να είναι και ο Ερανιστής, και του είπε ότι της φαίνομαι δύσκολος και μάλλον θα με εγκαταλείψει. Εκείνος όμως της απάντησε “μην ανησυχείς, τον ξέρω, σε δοκιμάζει” και την έπεισε να επιμείνει, ως όφειλε.

Η γλυκύτατη δημοσιογράφος επέμεινε, εγώ το έπαιξα δύσκολος για μια δυο ώρες, μετά μου ζήτησε να σχολιάσω την επικαιρότητα, εγώ όμως φοβάμαι την επικαιρότητα, μετά μου έστειλε μερικές ερωτήσεις, εγώ τις απάντησα με το γνωστό ευσύνοπτο τρόπο μου, εκείνη τρόμαξε από την έκταση των απαντήσεων, εγώ την καθησύχασα, της είπα “κάνε ό,τι θέλεις, κόψε όσο θέλεις” και της έστειλα και δύο φωτογραφίες.

Οι φωτογραφίες, όπως υποπτεύεστε, δεν είναι βεβαίως δικές μου. Είναι αυτές που κοσμούν και το παρόν κείμενο, απεικονίζουν όμως έναν πεθαμένο φίλο, για τον οποίο επιφυλλάσσομαι να γράψω στο άμεσο μέλλον. Ταιριάζουν, βεβαίως, με τη συνέντευξη, για αυτό και τις επέλεξα.

Η γλυκύτατη δημοσιογράφος μου έγραψε στη συνέχεια, κάπως απολογητικά, για τις περικοπές και τις παραφράσεις που είχαν διαπραχθεί. Και πάλι την καθησύχασα, μεγαλόκαρδος ων, διότι σκεφτόμουν πόση υστερία θα μπορούσε να είχε φάει στη μάπα από συναδέλφους ιστολόγους και ήθελα να δείξω καλή διαγωγή.

Σήμερα, όμως, που δημοσιεύεται επιτέλους το πόνημά της (και όσο με αφορά είναι μια χαρά), αποφάσισα και εγώ να δημοσιεύσω το πρωτότυπο κείμενο της συνέντευξης για όσους ενδιαφέρονται. Εξάλλου, ήταν μόλις η δεύτερη φορά που μου πήραν συνέντευξη στη ζωή μου και είναι γνωστό το ψώνιο μου με τη δημοσιότητα.

Ιδού λοιπόν.


Ποια η πρώτη σου επαφή με το ίντερνετ και πότε και πως ξεκίνησε η ιδέα να φτιάξεις το δικό σου blog;

Με το διαδίκτυο η πρώτη επαφή μου πρέπει να είναι πριν τουλάχιστον έξι εφτά χρόνια. Με το blogging, ωστόσο, πριν ένα χρόνο περίπου, οπότε διάβασα μερικά blogs, και ξεκίνησα και εγώ να γράφω, στα αγγλικά, ένα blog με θέμα τον εαυτό του και κυρίως το αν θα το ανακάλυπτε τυχαία και θα το διάβαζε κανείς. Επί έξι μήνες δεν το διάβασε κανείς. Ξαφνικά είδα ότι κάποιος είχε αφήσει ένα σχοινοτενές σχόλιο. Το διάβασα και διεπίστωσα πως δεν επρόκειτο για σχόλιο, ούτε για αναγνώστη – κάποια από τις αυτόματες μηχανές που στέλνει αδιακρίτως μηνύματα που πωλούν viagra μου είχε στείλει και μένα τη δυνατότητα για viagra χωρίς συνταγή. Έσβησα όλο το blog αμέσως.

Με το επόμενο ήμουν λιγότερο αισιόδοξος. Αντί να ελπίζω πως τα τυχαία κύματα του διαδικτύου θα ρίξουν τους αναγνώστες στη σελίδα μου, πήρα τα πράγματα στα χέρια μου. Σχολίασα τους bloggers που μου άρεσαν, ώστε μέσω των σχολίων μου να με ανακαλύψουν, υπέβαλα και τη διεύθυνση του blog στο monitor, την ιστοσελίδα-ανθολόγιο των ελληνικών blogs, και απέκτησα αναγνώστες.

Περίγραψέ μου με λίγα δικά σου λόγια την ελληνική blogoσφαιρα. Τι άνθρωποι έχουν blog, τι γράφουν, ποια τα κοινά τους στοιχεία;

Οι άνθρωποι που διατηρούν blog δεν έχουν κοινό στοιχείο άλλο από κάποια στοιχειώδη εξοικείωση με το διαδίκτυο και, κυρίως, τη βαρύτατη επιθυμία να αγαπηθούν από τους επισκέπτες τους. Πέραν αυτού, που εξάλλου αποτελεί αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό και κίνητρο όλων όσοι γράφουν, παρατηρεί κανείς κάποιες μοιραίες ομαδοποιήσεις ανθρώπων που τυχαίνει να έχουν παρόμοια αντίληψη για τα θέματα και τη γραφή, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν κοινές ταυτότητες.

Στην ελληνική blogόσφαιρα ελάχιστοι φαίνεται να αντιμετωπίζουμε το blogging ως ημερολόγιο. Οι περισσότεροι σχολιάζουμε την επικαιρότητα, μιλάμε για την ίδια τη δραστηριότητα του blogging, μιλάμε για τις τεχνολογίες, αναπτύσσουμε τις βαρυσήμαντες απόψεις μας επί παντός του επιστητού και, βεβαίως, παραληρούμε.

Τα πιο αγαπημένα μου blogs είναι αυτά που, σε αντίθεση με το δικό μου, είναι λιγόλογα, ποιητικά και ιδιαίτερης αισθητικής, με πρώτα αυτά της greekgaylolita και του sensualmonk.


Ποια η πρώτη κίνηση που κάνεις κάθε πρωί που ανοίγεις τον υπολογιστή σου; Πόσες ώρες περνάς την ημέρα οnline; Τι άλλο κάνεις στο ιντερνετ εκτός του blog σου;

Σχεδόν κάθε πρωί το πρώτο που κάνω, πίνοντας τον πρώτο από πάρα πολλούς ανθυγιεινούς καφέδες, είναι, όπως φαντάζεστε, να διαβάσω τα αγαπημένα μου blogs, συμπεριλαμβανομένου του δικού μου ώστε να δω τί έχουν σχολιάσει οι διαδικτυακοί φίλοι μου.

Είμαι πάντα online, αλλά θα έλεγα ότι περνώ μπροστά στην οθόνη 4-5 ώρες καθημερινά, εκ των οποίων οι περισσότερες σχετίζονται με τη δουλειά μου. Κάνω σχεδόν όλα όσα μπορεί κανείς να κάνει στο διαδίκτυο: ερευνώ, μαθαίνω τα νέα, κανονίζω τις διακοπές μου, ψωνίζω βιβλία και μουσική, γράφω στους φίλους μου και διαβάζω σχεδόν καθημερινά, για ψυχαγωγικούς λόγους, τα πρακτικά των συνεδριάσεων της βουλής.

Επίσης, βεβαίως, κατεβάζω φωτογραφίες ωραίων γυμνών ανδρών για την προσωπική ηδονοβλεπτική μου απόλαυση.

Οι φίλοι σου ή οι συγγενείς σου έχουν ιδέα τι κάνεις; Το λες ο ίδιος; Το ανακάλυψε κάποιος που σε ξέρει τυχαία κ να έρθει να στο πει;

Οι φίλοι μου και οι λοιποί συγγενείς έχουν ιδέα τί κάνω. Οι πιο στενοί ρωτούν σε ποια διεύθυνση βρίσκομαι αλλά δεν τους τη δίνω, για να τους βασανίσω. Ο αγαπημένος μου, πάντως, με διαβάζει καθημερινά, αλλά δυστυχώς επειδή στο σπίτι μοιραζόμαστε την ίδια ασύρματη σύνδεση, οι επισκέψεις του δεν προσμετρώνται από την AGB του διαδικτύου, η οποία ονομάζεται blogstats, καθώς θεωρείται ότι είναι εγώ, εφόσον χρησιμοποιούμε την ίδια σύνδεση.

Υπάρχουν δύο άλλοι άνθρωποι τους οποίους έχω προσωπικά κατευθύνει στο blog μου. Με τον ένα εξ αυτών συζητάμε δια ζώσης τις εντυπώσεις του, αλλά αρνείται να αφήσει σχόλιο, διότι πιστεύει ότι αυτό θα ήταν απάτη, εφόσον με γνωρίζει προσωπικά. Με την άλλη δεν έχουμε συζητήσει ποτέ περί του blog μου από την ημέρα που της το ανακοίνωσα. Όπως είναι φυσικό, το γεγονός αυτό με έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα.

Κανείς γνωστός μου δεν ανακάλυψε τυχαία το blog μου. Εξ όσων γνωρίζω, τουλάχιστον. Διότι υποπτεύομαι ότι ισχύει το αντίστροφο: κάποιοι από τους ελάχιστους που επισκέπτονται και σχολιάζουν το blog μου είναι προφανές πως είναι άνθρωποι με τους οποίους γνωριζόμαστε ή γνωριζόμασταν πολύ καλά, πιθανώς και έως ερωτικής συνευρέσεως, όμως τόσο για μένα όσο και για αυτούς το παιχνίδι του ιστολογίου παίζεται με απαραιτήτως επίπλαστες ταυτότητες και σκοτεινά προσωπεία, οπότε η αλληλοαναγνώριση σε πραγματικό χρόνο και τόπο είναι αδύνατη.

Ποια μηνύματα (comments ή mails) σου έχουν κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση μέχρι τώρα; Τι είδους είναι τα μηνύματα που δέχεσαι γενικά;

Τα μηνύματα που δέχομαι είναι κατά κανόνα ευγενικά. Προ καιρού είχε εμφανιστεί μία αλλόφρων η οποία πίστευε ότι είχα θίξει τον αγαπημένο της πολιτικό επειδή υπενόησα ότι του αρέσουν οι άντρες, πράγμα που γνωρίζουν εξάλλου και όλες οι επιζήσασες της γρίππης κότες, και με έβριζε δεξιά και αριστερά, αλλά τη θεώρησα γραφική περίπτωση, και επομένως συμπαθή.

Τα μηνύματα που κυρίως με εντυπωσιάζουν είναι τα πιο σκοτεινά. Κάποιες φορές γίνομαι και εγώ κάπως σκοτεινός όσο αφορά τον τρόπο της γραφής μου και μου είναι ιδιαίτερα ευχάριστο να βλέπω μηνύματα ανθρώπων που όχι απλώς επικοινωνούν με τη σκοτεινότητά μου, αλλά και την υποδαυλίζουν με τη δική τους. Είναι ένα θαυμάσιο παιχνίδι αμφισημιών.

Τα αντιπαθέστερα, για μένα προσωπικά, μηνύματα είναι τα κυριολεκτικά. Εγώ σπανίως κυριολεκτώ, διότι αυτά που έχω συνήθως να πω δεν κυριολεκτούνται, επομένως αισθάνομαι κάπως παρανοημένος όταν λαμβάνω τέτοια μηνύματα. Και είναι δύσκολο να πάρεις απόφαση ότι η δημοσίευση ενός κειμένου, ακόμη και στο διαδίκτυο, το παραδίδει βορά και των αφελών.

Σου έχουν γίνει προτάσεις συνεργασίας από έντυπα; Αν όχι και αν σου γίνουν στο μέλλον θα σε ενδιέφερε να γράψεις κάπου;

Δεν μου έχουν γίνει προτάσεις συνεργασίας εξαιτίας του blog. Αν μου γίνονταν, και δεχόμουν, θα έπρεπε να γράφω περισσότερο και διαφορετικά, διότι το blog έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και δυνατότητες, οι οποίες είναι απούσες στα έντυπα. Δεν μπορείς, αίφνης, σε ένα έντυπο να αλλάξεις κάτι αφού έχει δημοσιευθεί. Ούτε να σου αποκρίνονται οι αναγνώστες λίγη ώρα μετά τη δημοσίευση και να μπορείς και εσύ να τους απαντάς. Ούτε διαλέγεις τη μορφή του κειμένου και την εικονογράφηση. Ούτε, το κυριότερο, έχεις στη διάθεσή σου την απόλυτη διακειμενικότητα με την ευκολία ενός κλικ.

Επομένως, θα έπρεπε να γράφω κάτι άλλο. Επομένως δεν θα είχα χρόνο. Επομένως θα έπρεπε το έντυπο να με αμείβει με πολύ μεγάλα ποσά που θα μου επέτρεπαν να αφήσω τη δουλειά μου και να αφοσιωθώ στο γράψιμο. Αυτό θα μου άρεσε πολύ. Αλλά δεν νομίζω ότι θα άρεσε στα έντυπα.

Έγραφες πάντα; Πως κ που εκφραζόσουν πριν φτιάξεις το μπλογκ σου; Ποια η σχέση σου με το γράψιμο γενικά;

Έγραφα πάντα. Και έχω γράψει σχεδόν τα πάντα. Δεν έχω όμως δημοσιεύσει σχεδόν τίποτα, αν εξαιρέσει κανείς κάποια βιβλία σε άλλη γλώσσα, τα οποία όμως αποτελούσαν μέσο βιοπορισμού, και είχαν ελάχιστη έως μηδενική σχέση με τη δημιουργική γραφή.

Το όνειρό μου από τότε που εγκατέλειψα την ποίηση, προ δεκαετίας, είναι να ολοκληρώσω το μυθιστόρημά μου, να το εκδώσω, και να το αγοράσουν εκατομμύρια αναγνώστες, και να το διασκευάσει κάποιος πασίγνωστος σκηνοθέτης και σεναριογράφος, τύπου Παπακαλιάτη, ώστε να πλουτίσω, γιατί πιστεύω ακράδαντα πως το χρήμα φέρνει την ευτυχία.

Το blog είναι ένας τρόπος να βοηθηθώ να τελειώσω το μυθιστόρημα, διότι απαιτεί συχνή, αν όχι καθημερινή, επαφή με το γράψιμο και έτσι μου επιβάλλει μια πειθαρχία. Από την άλλη μεριά, η άσκηση αυτή απαιτεί πάρα πολύ χρόνο, που στην τελική ανάλυση είναι χρόνος κλεμμένος από το γράψιμο του μυθιστορήματος. Αλλά τα πάντα στη ζωή είναι αμφίθυμα, δεν θα μπορούσε το blogging να εξαιρείται.

Θα έβαζες διαφημίσεις στο μπλογκ σου αν στο ζητούσαν; Πιστεύεις ότι αυτό το σύστημα που συναντάμε ιδιαίτερα στο εξωτερικό θα έρθει σύντομα κ στην Ελλάδα;

Δεν θα έβαζα διαφημίσεις. Ποτέ. Κυρίως επειδή με ενοχλεί η αισθητική τους. Εξάλλου ούτε οι διαφημιστές θα έβαζαν διαφημίσεις στο δικό μου blog, σας βεβαιώ.

Σαφώς το σύστημα αυτό θα έρθει και στην Ελλάδα και πολλοί bloggers θα κερδίσουν κάποια ελάχιστα χρήματα για τον κόπο τους. Και καθώς οι διαφημιστές θα προσεγγίσουν τα δημοφιλέστερα blogs, η εξέλιξη αυτή είναι δίκαιη – δημοφιλές blog θα πει blog στο οποίο ο blogger κάνει κάποια πράγματα καλά, γράφει ίσως καλά, επιλέγει θέματα που ενδιαφέρουν τους ανθρώπους, ξοδεύει χρόνο, κοπιάζει. Ας αμειφθεί, λοιπόν, έστω και δια των διαφημίσεων.


Τα μπλογκζ είναι περισσότερο προσωπική και μοναχική διαδρομή στο δίκτυο κατά τη γνώμη σου ή μια μορφή κοινωνικότητας; Γράφεις για τον εαυτό σου, για κάποιους φίλους σου ή για όλους τους υπόλοιπους;

Καθόλου προσωπική και μοναχική διαδρομή δεν είναι, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου. Δεν πιστεύω ότι γράφει κανείς για τον εαυτό του. Πάντα γράφω για να αγαπηθώ. Και ποτέ δεν έχω αγαπηθεί επειδή γράφω. Αυτό ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο συνεχίζω να γράφω.

Από κει και πέρα, βεβαίως, γράφω ενίοτε για πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Όχι για κάποιους που έχω γνωρίσει προσωπικά, αλλά για κάποιους από τους ελάχιστους που με διαβάζουν. Ένα μακροσκελέστατο κείμενο μπορεί να γραφτεί, να εικονογραφηθεί, και να δημοσιευθεί στο blog μου για να αγαπηθώ από έναν συγκεκριμένο αναγνώστη στον οποίο, αν και δεν το δηλώνω, απευθύνομαι.

Κατά τύχην, ένας, τουλάχιστον, από αυτούς τους εξαιρετικούς αναγνώστες αποφάσισε πρόσφατα να εμφανίζεται ως φάντασμα στο blog μου, αφήνοντας σχόλια, με πλαστή ταυτότητα, για πρόσωπα και πράγματα τα οποία αφηγούμαι και τα οποία πολύ σπανίως είναι υπαρκτά. Πότε επικυρώνει όσα λέω, πότε με διαψεύδει, αλλά το παιχνίδι αυτό είναι τόσο διασκεδαστικό που καθημερινά απευθύνω το λιγότερο μία παράγραφο στο συγκεκριμένο αναγνώστη…


Πολύς κόσμος έχει στο μυαλό του ότι οι μπλόγκερζ γνωρίζονται μεταξύ τους; Το επιβεβαιώνεις; Γνώριζες άλλους μπλόγκερ πριν φτιάξεις το δικό σου;

Όχι. Δεν γνώριζα προσωπικά, δεν γνωρίζω και δεν θα γνωρίσω άλλους bloggers, τουλάχιστον εν γνώσει μου. Κάτι τέτοιο, για τον δικό μου τρόπο του ιστολογείν, θα ήταν καταστροφικό. Θα αποτελούσε μία υπερβολική δόση πραγματικότητας, η οποία θα απαγόρευε τη συνέχεια του παιγνίου των σημαινόντων στο ιστολόγιό μου.

Ξέρω ότι υπάρχουν παρέες bloggers που συναντιούνται μεταξύ τους. Ανάμεσα σε αυτούς υπάρχουν και κάποιοι που αγαπώ πολύ. Αλλά εγώ δεν θα μπορούσα να τους συναντήσω χωρίς την ίδια μέρα να διαγράψω το blog μου.

Ποια η γνώμη σου για όλη αυτή τη φιλολογία περί blogers που απειλούν τους δημοσιογράφους και πάνε να μας πάρουν τις δουλειές; Πιστεύεις πράγματι ότι οι όλοι οι blogers όταν μεγαλώσουν θέλουν να γίνουν δημοσιογράφοι;

Πιστεύω πράγματι πως μερικοί bloggers θέλουν να γίνουν δημοσιογράφοι όταν μεγαλώσουν. Και τους εύχομαι να τα καταφέρουν, αν αξίζουν. Εγώ είμαι πλέον σχεδόν σαράντα χρονών και δεν θέλω, ούτε ήθελα ποτέ, να γίνω δημοσιογράφος. Θα ήθελα, βέβαια, να γίνω μυθιστοριογράφος, αλλά αυτό δεν είναι τόσο σχετικό με τα blogs.

Η φιλολογία, ωστόσο, περί δημοσιογράφων που απειλούνται από τους bloggers είναι αποκαλυπτική εξαιρετικά μειωμένης διανοητικής ικανότητας. Μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικά μέσα και, ασφαλώς, για διαφορετικές δομές. Ο δημοσιογράφος, ακόμη και αν αναφερόμαστε σε columnist, που είναι, κατά την άποψή μου, ό,τι πιο κοντινό στον blogger, υπόκειται στους περιορισμούς της ταυτότητας του εντύπου, της επιθυμίας του αρχισυντάκτη, των σχέσεων του εκδότη, των διαφημίσεων, του δημιουργικού, των γραφιστών, και ούτω καθεξής. Έχει μάθει πώς να τα χειρίζεται όλα αυτά, έχει δημιουργήσει, ως columnist, ύφος και ταυτότητα που το κοινό αναγνωρίζει, έχει γνώση της αγοράς του, έχει πιθανότατα κάνει κάποιες σπουδές σχετικές με το αντικείμενό του, είναι με λίγα λόγια επαγγελματίας.

Ο blogger δεν είναι επαγγελματίας. Δεν αμείβεται για το blog του και επομένως δεν υπόκειται σε περιορισμούς. Ούτε θεματολογίας, ούτε ύφους, ούτε καν είδους γραφής. Εξ ου και πολλοί δημοσιογράφοι διατηρούν δικά τους blogs, είτε επωνύμως είτε ψευδωνύμως: προφανώς, το έντυπο μέσο δεν ταιριάζει στα λιγότερο επαγγελματικά, πιο προσωπικά, κείμενά τους. Συμπαθέστεροι είναι, φυσικά, εξ ορισμού, οι δημοσιογράφοι που διατηρούν ψευδώνυμα blogs, καθώς δεν μπορούν να κατηγορηθούν ότι εξαργυρώνουν τη δημοσιότητα που τους εξασφαλίζουν τα έντυπά τους μέσω των ιστολογίων. Αντίθετα, αντιμετωπίζουν την πρόκληση ενός νέου στοιχήματος με αυτό που (θα έπρεπε να) είναι το κύριο αντικείμενό τους: η γραφή.

Πως φαντάζεσαι τους αναγνώστες μέσα από τα σχόλια και τα μηνύματά τους; Πως θα ήταν ο δικός σου προσωπικός ιδανικός αναγνώστης κατά τη γνώμη σου;

Τους αγαπημένους μου αναγνώστες, αυτούς δηλαδή που επιστρέφουν τακτικά, που σχολιάζουν, που μιλάνε για τα κείμενά μου, τους φαντάζομαι ωραίους και έξυπνους. Με «προχωρημένες» απόψεις για την αισθητική, με εξαιρετική ευαισθησία για τη γλώσσα, με συγκλονιστικά όμορφα, σμιλεμένα σώματα, με πρόσωπα που αν τα δεις μια φορά δεν μπορείς να τα ξεχάσεις, με βλέμμα σκοτεινό, δυνατό και επίμονο.

Αυτοί είναι οι ιδανικοί αναγνώστες.

Αναρτήθηκε στις ιστολογικά. 22 σχόλια »